Photobucket
Mαρία Χανιώτου

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΕ ΥΓΕΙΑ ......

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015 4:05 μμ |

                                         ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ

 

«Ναι μάνα έρχομαι σου λέω.»

«Μα δεν μου κάνεις ψέματα γιε μου» επανέλαβε η κυρά Βασιλική.

«Ψέματα σε τέτοια μάνα δεν γένονται. Μεγάλη Πέμπτη είμαι στη Πάρο.»

«Αμήν παιδί μου. Θα μετρώ τις μέρες ώσπου να' ρθεις» κατέληξε η μάνα και πήρε να δένει κόμπους στο μαντήλι της που έβγαλε από τη τσέπη.

Σε εννιά μέρες θα έσφιγγε τον ξενιτεμένο της. «Από αύριο αρχίζεις Βασιλική» ορμήνευε  μονάχη  τον εαυτό της σαν πήρε να ξετυλίγει τον πρώτο. «Κάνε καρδιά μου υπομονή. Τόσο καιρό άντεξες, τώρα θα λυγίσεις

 Εννιά ολόκληρα χρόνια είχε να δει τον πολυαγαπημένο της Δημητρό. Δεκαοκτώ χρονών αμούστακο τον ξεπροβόδησε έξω από την Αγία Τριάδα, όπως είχαν συμφωνήσει. «Θα προσκυνήσουμε μάνα και έπειτα εσύ θα σύρεις στις δουλειές σου σαν κάθε μέρα. Να μη μας φανεί πως εγώ φεύγω για τη Γερμανία. Θα ξεγελάσουμε τους εαυτούς μας πως εσύ πας να πλύνεις στο πηγάδι και εγώ στη Λαγκάδα να δω τ' αμπέλια μας. Να λες πως έμεινα στη κατοικιά μιας και με βρήκε το χιόνι και δεν γινόταν να έρθω το βράδυ. Έτσι θα περάσουν λίγες μέρες θα ξεχαστείς και έπειτα πια θα σου' ρθει γράμμα μου.»

Έτσι κάνανε μάνα και γιος. Σφιχταγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν σταυρωτά τόσο όσο να μη φανεί δάκρυ στο μάτι και κίνησε ο καθένας για τις 'δουλειές του'. Όπως κάθε μέρα από όταν τον είχε απερπάτητο  και τον έσερνε μαζί της. Είχε φτιάξει ένα σάκο  στον αργαλειό και εκεί έχωνε τον κανακάρη της κρεμώντας τον στον ώμο μαζί με πεπόνια από την καλουριά αν ήταν καλοκαίρι, ή πατάτες αν χειμώνας. Είχε τιμητική θέση ο Δημητρός από βρέφος, εκεί κρεμασμένος στον ώμο, μαζί με τα γεννήματα του περιβολιού, αλλά εκείνος πάντα στη μπροστινή μεριά, να ψάχνει το βυζί για το γάλα του ακόμα κι αν η μάνα του περπατούσε. Μεγάλωσε με τις μυρωδιές της φύσης και θα έλεγε πως τις φέρνει από μωρό, άσχετο αν η μνήμη του φωτίζεται απ' όταν η κυρά Βασιλική αρνιόταν να τον σηκώνει πια. «Μεγάλωσες δεν δύναμαι να σε έχω αγκαλιά.»

«Και τούτα τι είναι;» φώναζε ο μικρός με στημένα τα πόδια στη γη. Έκανες καλύτερα τα αμπελοφάσουλα! Άστα κάτω και πάρε μένα.» Ροδάνι το στόμα του Δημήτρη. Δεν καταλάβαινε γιατί αυτή η άνιση και άδικη μεταχείριση απέναντί του, ενώ τα περβολαρικά ήταν ακόμα στη πλάτη της.

«Μα πρέπει να φάμε» προσπαθούσε να τον καλοπιάσει μια και ήξερε πως το αγόρι της ήταν φαγανό. Δεν έπιανε τίποτα. Έπεφτε στο κοκκινόχωμα και γέμιζε η μουρίτσα του χώματα, τα μασούσε με το στόμα θεόρατο ανοιχτό να σπαράζει, ανακατεμένο με σάλια, μύξες και παράπονο.

Σφιγγόταν η καρδιά της μάνας, ακόμα κι αν παρέβλεπε την κούραση της, ακόμα κι να τον σήκωνε για λίγο, δεν γινόταν πια. Τον χειμώνα θα πήγαινε σχολείο θα τον κορόιδευαν οι συμμαθητές του, αν έπεφταν πάνω σε κανένα από τα γειτονόπουλα. Κόνταινε το βήμα της προχωρώντας μπροστά δήθεν αδιάφορα, έσκυβε να κάνει πως δένει τα κορδόνια της να ρίξει κρυφή ματιά πίσω, να δει αν ερχόταν. Μα ο Δημητρός έπαιζε το παιχνίδι ισχύος καλά. Έμενε στη γη σκούζοντας κι όσο απομακρυνότανε τόσο πιο πολύ ρέκαζε μα σαν την έβλεπε να στρίβει για το Λουμπαρδοχώρι τον έπιανε ταραχή. Αν την έχανε πως θα γύριζε πίσω! Μάταια τσίριζε «Μάνα που με αφήνεις.» Έτρεχε στη στροφή γεμάτος αγωνία να την δει. Εκείνη καθιστή πάνω στη ξερολιθιά  τον περίμενε  μα ποτέ δεν του το φανέρωσε. «Να ξεκουραστώ Δημητρό μου» λιγάκι προσποιούταν και κινούσε μόλις τον έβλεπε.

Ο Δημητρός δεν έβγαλε άχνα στα σκαλιά της εκκλησίας την ώρα του αποχωρισμού. Κι ας ήθελε να φωνάξει σαν  μωρό «Μάνα που μ' αφήνεις»

Ένα κεφαλομάντηλο θυμάται να ανεμίζει μέχρι το καφενείο, εκεί που άλλαξε το στενό που περπατούσαν και πήρε την πάνω διχάλα να φτάσει στον Ράμνο. Γύρισε, την είδε ακόμα εκεί. Έκανε πως έσιαχνε το μαντήλι της, μόλις  ανταμώθηκαν οι ματιές τους, έπειτα εκείνη αρχίνισε να περπατά σαν τότε στα παιδικά καμώματά του, μα δεν ήταν νάζια εκείνη την ώρα. Έφευγε για το άγνωστο. Εκείνος έπρεπε να φανεί δυνατός κι ας ήθελε να τρέξει στο κόρφο της. Αλλά και κείνη ποθούσε να στρίψει πίσω και να τον παρακαλέσει  «Μείνε μη φεύγεις κι ας τρώμε ψωμί κι ελιά.» Μα όχι δεν θα στεκόταν εμπόδιο στο πέταγμα του παιδιού της. Μάθαινε από άλλους πως γίνανε μεγάλοι και τρανοί, όμως έρχονταν και χαμπέρια πως μερικοί χάσανε τα χνάρια του σπιτιού και πια δεν ξαναγύρισαν. Λούφαζε η καρδιά σ' αυτές τις σκέψεις. Και αν έχανε ο Δημητρός της τις πατημασιές και δεν γύριζε ποτέ ξανά! Πέταξε πέρα τους όποιους συλλογισμούς της κλάδευαν την χαρά να ξεφύγει το παιδί της από την μιζέρια, και αδημονούσε για ένα του γράμμα. Αν αργούσε κακόβαζε «Ως εδώ ήταν πάει τον πλάνεψαν οι σειρήνες εκεί θα μείνει πια. Όχου κι αν μου φέρει καμιά ξενομερίτισσα και δεν νογάω να συνεννοηθώ πώς θα τα κάνω; Ας έρθει το παλικάρι μου και ας φέρει όποια θέλει. Δικιά του είναι η ζωή, ότι θέλει ας την κάνει. Μόνο ας φυλάξει ένα ψίχουλο αγάπης και για μένα»  έκλεινε κάθε βράδυ την προσευχή της μονολογώντας η κυρά Βασιλική. Βιάστηκε να λύσει το πρώτο κόμπο εκείνο το βράδυ υπομονή δεν είχε να ξημερώσει. «Άντε κάθε βράδυ θα το κάνω μετά την προσευχή μου

 Την άλλη μέρα αντί καλημέρα στη γειτόνισσα φώναξε χαρούμενα. «Έρχεται ο Δημητρός μου.» Ως το βράδυ το' χε μάθει σχεδόν όλο το χωριό.  Από στόμα σε στόμα διαδόθηκε και ερχόταν όλοι να ευχηθούν «Καλώς να τον δεχτείς.»

Μεγάλη Τετάρτη βράδυ, έλυσε και τον τελευταίο κόμπο μπροστά στο εικονοστάσι και δεν είχε πια παρά το ξημέρωμα να ακούσει τον πολυπόθητο χτύπο στη ξώπορτα. Μάτι δεν έκλεισε όλη νύχτα. Τον φανταζόταν πως θα' χε μεγαλώσει, πως θα' χαν τα γένια του γεμίσει τα μικρά κενά στα ροδαλά μάγουλά του, σαν έφευγε αμούστακο σχεδόν πριν εννιά χρόνια. Άραγε εκείνο το σημάδι στο κούτελο από το τελευταίο του χτύπημα στο χώμα, θα είχε μαζέψει! Ένα ανεξιχνίαστο χαμόγελο από τη θύμηση φάνηκε στο γεμάτο προσμονή πρόσωπό της. Αίματα είχαν κατακλίσει  το μούτρο του, σκοτείνιασαν τα μάτια του προς στιγμή και το ξανθόμαλλο αγοράκι φώναζε «Πάνε τα ματάκια μου μανούλα.»

Βρήκε ευκαιρία η κυρά Βασιλική να κάνει το μικρό μεγάλο λέγοντάς του  «Σου τα' λεγα εγώ. Αν συνεχίσεις να χτυπιέσαι θα πάθεις και χειρότερα.»

Μεγάλη Πέμπτη με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου, την βρήκε να γαλακτίζει τις ψαρόπλακες, έξω στο στενό της. Φούρια την είχε πιάσει να είναι όλα έτοιμα να υποδεχτεί το λεβέντη της. Αν τις προηγούμενες χρονιές έκανε όπως-όπως  και μόνο τις μπροστινές πλάκες, τώρα ασβέστωνε και τους γκαζοντενεκέδες με τις γαρυφαλλιές και τις νταρπαρόριζες. «Πρέπει να φέρω σκινόχωμα να προσθέσω στα λουλούδια τι μου φταίνε και δαύτα» μονολογούσε.

 Απόταν έφυγε ο Δημητρός δεν είχε τίποτα για κείνη γούστο. Όμως τώρα έπρεπε να προκάμει να είναι όλα στην εντέλεια. Έβαλε και το χαλάκι στο πλατύσκαλο να πατήσει να αφήσει τις σκόνες από τα παπούτσια του. Ήταν τόση η βιάση της που δεν άκουγε το επίμονο κουδούνισμα του τηλεφώνου. Χαιρετούσε τις γειτόνισσες γεμάτη όρεξη για κουβεντούλα και όχι τις ξερές καλημέρες που πετούσε εδώ και εννιά χρόνια.

«Να σου φέρω ποδαράκια και πατσές ή θα μου βάλεις τις φωνές σαν πέρση;» τόλμησε να ρωτήσει η κυρά Ελένη η κοντοχωριανή.

«Φέτος είναι όλα αλλιώς. Αμέ να φέρεις να κάνω απ' όλα. Αρέσουν στο Δημητρό μου.»

 «Χτυπάει το τηλέφωνο δεν ακούς;» είπε η Ελένη και κίνησε να φύγει.

«Πού μυαλό για τηλεφωνήματα. Ένα που' θελα να ακούσω αυτό το έλαβα» πέταξε με γάργαρο γέλιο ενώ συνέχισε να παστρεύει τα ξερά φύλλα από τις νταρμπαρόριζες.   Όσα είχε καταφέρει να πάρει ο αέρας  έχει καλώς, τα υπόλοιπα έμειναν πάνω στις ρίζες περιμένοντας την καλή διάθεση της κυράς που ποτέ δεν ερχόταν. Σαν τις άφησε μόνο με τα καινούργια φυλλαράκια τις θαύμασε και προχώρησε να πάρει το φαράσι. Το επίμονο κουδούνισμα την ανάγκασε να πάει ως το τηλέφωνο.

 «Αμάν και εσύ τώρα δα βρήκες την ώρα. Έχουμε δουλειές» ξεστόμισε νευριασμένα.

«Μάνα.» Η καρδιά γοργοχτύπησε χαρούμενα. Για κλάσμα του δευτερολέπτου μονάχα γιατί η σιωπή από την άλλη γραμμή την τρόμαξε. Προαίσθημα κακό της σβάρνισε τα στήθη. «Μάνα είμαι αποκλεισμένος στη Σύρο.»

Κενό. Αβάσταχτο κενό. Πώς να κουμαντάρει τα μέσα της. «Μάνα μ' ακούς;»

«Σ' ακούω παιδάκι μου που να μην άκουγα. Εγώ σε περίμενα να ξεπροβάλλεις, ώρα την ώρα.»

«Κοντεύω να τρελαθώ. Έφτασα μέχρι εδώ και να μη μπορώ να έρθω!»

«Σύχασε γιε μου. Αν λωλαθούμε και οι δυο σαν τι θα βγει. Θα σπάσει ο καιρός και θα λύσουν τα καράβια.»

«Ναι. Ας ελπίσω πως θα είμαι εκεί το βράδυ.»

« Κι αύριο Δημητρό μου δεν πειράζει, θα σε περιμένω.» Τι να έλεγε. Τι να βάραινε τη ψυχή του παιδιού λες και κάτι θα κέρδιζε με τη μουρμούρα της.  «Θα σε περιμένω γιε μου»έβαλε όλη τη δύναμή της να μη κακοκαρδίσει το αγόρι της, αλλά μόλις έκλεισε η γραμμή έμεινε βουβή έτοιμη να σωριαστεί.

Άφησε στη μέση τη σκούπα, τα φυλλαράκια έρμαια του αέρα να τα πάρει και να πάει στο παιδί της χαιρετίσματα. «Καταραμένη όστρια, μου την φύλαγες για σήμερα να μου στερήσεις τη χαρά.» Σήκωνε τα χέρια στον ουρανό τα έβαζε με τον Θεό και ας ήταν Μεγάλη Πέμπτη. Για εκείνη πλέον δεν είχε καμιά αξία. Μόνο σαν άκουσε την καμπάνα αργά το βράδυ ήρθαν στο νου της τα λόγια που ξεστόμισε πάνω στην αγανάκτησή της. Γονάτισε στο εικονοστάσι και ζήτησε συγχώρεση που βαρυγκώμησε  την στιγμή που Εκείνος σήκωνε το Σταυρό του Μαρτυρίου. Άνοιξε την τηλεόραση και μαντάλωσε την πόρτα. Κρεμιόταν και η δική της ψυχή εκεί δα μαζί με τον Μεσσία.

 Τα τακουνάκια στο πλακόστρωτο δήλωναν πως τέλειωσε η ακολουθία των Παθών του Κυρίου.

« Βασιλική, Βασιλική» ακούστηκε η φωνή της Ελένης.»Άνοιξε και ανησυχώ.»

 Στο άνοιγμα της πόρτας το αναμαλλιασμένο κεφάλι της Βασιλικής φάνηκε λέγοντας «Αν δεν  άκουγα πως ήσουνα εσύ δεν θα' νοιγα»

«Χριστός κι Απόστολος πως είσαι έτσι,, αρρώστησες τώρα που θάρθει το παιδί!»

«Αμ, δεν θάρθει.»

«Λέγε μη με τρελαίνεις.»

«Έμεινε στη Σύρα.»

«Ε, και γι' αυτό κάνεις έτσι; Αύριο θα λύσουν τα καράβια και θα καταφτάσει. Έλα καημένη και μου' κοψες τη χολή. Πάρε τη σακούλα έχω μέσα αυτά που σου' ταξα. Τα κουβαλούσα στη εκκλησία νομίζοντας πως θα σε δω.»

 Βαριεστημένα άπλωσε το χέρι η Βασιλική. «Ευχαριστώ» είπε ξέπνοα, ενώ έκλεινε την πόρτα μουρμουρίζοντας«Άντε Χριστέ μου βάστα τη καρδιά μου. Μα τι λέω. Δεν σου φτάνει που' σαι στο Σταυρό, Σου φορτώνομαι και εγώ.»

 Ξάπλωσε με παρακαλετά στους ανέμους να χωθούν στα σακούλια τους να αφήσουν το γιόκα της να έρθει.

Εφιάλτες τη κυρίεψαν. Στριφογύριζε καταϊδρωμένη παραμιλώντας τ' όνομα του γιού της.  

Ξημέρωνε Μεγάλη Παρασκευή και η κυρά Βασιλική δεν έλεγε να σηκωθεί απ' το κρεβάτι. Μόνο που άκουγε τον χαλασμό στα πορτοπαράθυρα της έστελνε μήνυμα πως δεν θα φανεί το σπλάχνο της. Κατά το μεσημέρι πήρε απόφαση να πάει στα μνήματα. Τούτο της ταίριαζε καλύτερα. Χάιδεψε τη φωτογραφία του άντρα της ψελλίζοντας. « Εσύ που βιάστηκες να με εγκαταλείψεις λες και θα έχανες τη θέση για τον άλλον κόσμο, πες καμιά κουβέντα εκεί πάνω που' σαι να καρτερούν οι άνεμοι να' ρθει το αγόρι μας. Κίνησε από την ξενιτιά να γλυκάνει το χείλη του εδώ μέρες που' ναι  και τον κρατάει άλλο νησί κοντά του. Να μπόραγα να κολυμπούσα ως εκεί θα το' καμα, μα το Θεό.»

Την βρήκε η νύχτα εκεί. Άκουγε σαν βουητό τους χωριανούς να ετοιμάζονται για τη περιφορά και εκείνη αρνιόταν να σηκωθεί από το ξυλιασμένο μνήμα που συναγωνίζονταν την παγωμάρα της καρδιάς της. Οι ψαλμωδίες απομακρύνθηκαν άκουγε τα εγκώμια από τα κορίτσια και θρηνούσε μαζί τους.  Έσυρε τα βήματά της και έφτασε στη πρώτη πεζούλα που ήξερε πως θα περάσει ο Επιτάφιος. Έμεινε σκυφτή και περίμενε. Στη Τρίτη στάση ακούγοντας «Ω, γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον» ξέσπασε σε θρήνο. Βρήκε τη δύναμη να σηκωθεί πριν πλησιάσουν. Κάλιο να χωνόταν στο καλύβι της παρά να την λυπούνται. Στο κάτω- κάτω το παιδί της θα ερχόταν, αλλά άντε πες το της καρδιάς που' χε μουλαρώσει και σκόπευε να περπατήσει μαζί του δίπλα στον Επιτάφιο, ίσως σήκωνε και εκείνος για λίγο και εκείνη να καμάρωνε πως τούτος ο λεβέντης ήταν δικός της.

Μεγάλο Σάββατο έφυγε αξημέρωτα για τα κτήματα, να ποτίσει και τα ζωντανά που δεν έφταιγαν σε τίποτα. Άφησε τη πόρτα ξεκλείδωτη, αν και ο Δημητρός ήξερε την κρυψώνα του κλειδιού. Μη και ήταν ζαλισμένο το παιδί και δεν  θα μπόραγε να μπει στο σπίτι.

 

 Σαν γύριζε, κρυφοπερίμενε πως θα τον βρει ξαπλωμένο στο καναπέ  και έκανε σχέδια τι θα του έλεγε πέφτοντας στην αγκαλιά του. Θα έκαναν τα χωρατά τους και όλα θα ξεχνιόταν. Είχε μαγειρέψει και τα πεσκέσια της Ελένης, έφτιαξε και τη μαγειρίτσα στο τζάκι της κατοικιάς και τα κουβαλούσε παραμάσχαλα με τη καρδιά να φτερουγάει. Όσο πλησίαζε άνοιγε τα μάτια της να διακρίνει κάποιο φωτάκι αναμμένο δείγμα πως έφτασε ο κανακάρης της. «Θα κάθεται στα σκοτεινά για να με τρομάξει» συλλογίστηκε και άνοιξε προσεχτικά τη πόρτα. Ίσως να τον είχε πάρει και ο ύπνος και τον κοψοχόλιαζε.

Η μόνη που βαριοχτύπησε ήταν η καρδιά της. Ούτε χωρατά, ούτε σφιχταγκαλιάσματα.      

«Δεν έρχομαι Ελένη μην επιμένεις, με κακοκαρδίζεις» είχε απαντήσει στην επιμονή της γειτόνισσας να πάει σπίτι της να φάνε μην είναι μονάχη μέρα που ήταν.

«Έλα που θα κάτσεις μέσα λες και έχεις έξω από δω κηδεία. Τι να κάνουμε τώρα, λες και δεν ξέρεις  από νησί κάνεις. Ας έρθει με το καλό και ξέρει εκείνος που θα σε βρει.»

«Θα περιμένω σπίτι μου» έβαλε τέρμα στη κουβέντα η κυρά Βασιλική.

 

Βαρελότα, φωνές και εκείνη να σκούζει από την θλίψη.

Αλλιώς είχε φανταστεί τούτο το Πάσχα. Αν δεν είχε ακούσει για τον ερχομό του Δημητρού  δεν θα την ένοιαζε. Μαθημένη τόσα χρόνια. Όμως τώρα να ξέρει πως πλησίασε τόσο κοντά της και να μη του δώσει το φιλί της Ανάστασης!

 Μα ξάφνου ... ....«Χριστός Ανέστη» σείστηκε η πόρτα. «Χριστός Ανέστη μάνα.»

Η κυρά Βασιλική άλαλη, έφερε τα δάχτυλα στα μάτια. Τα σκούπισε. Κάτι θα μπήκε μέσα τους και τις φέρνουν τον Δημητρό της ολόρθο  μπροστά της.

«Αχ δόλια μου καρδιά πως ν' αντέξεις. Και εσύ μυαλό μου έβαλες πλώρη για αλλού. Τα' χασες καημένη Βασιλική.

«Χριστός Ανέστη μανούλα.»

 Αδύνατον. Θαρρούσε πως θ' αφήσει την τελευταία της πνοή. Είχε να το ακούσει από τα μικράτα του γιου της.

«Μάνα τι έπαθες; Καλώς σε βρήκα. Χριστός Ανέστη.»

«Αληθώς Ανέστη Δημητρό μου» ξεφώνισε και πλάνταξε στην αγκαλιά του. Τον άγγιζε, τον ψηλαφούσε, τον έφερνε πέρα να βεβαιωθεί σιγολέγοντας «Δεν αντέχεται τόση χαρά παιδί μου.»

«Βάστα μάνα. Βάστα για τα καλύτερα.»

«Τι έπαθες Βασιλική ... ...» η κουβέντα της Ελένης κόπηκε στη μέση. Κοίταζε μια τον Δημητρό μια την Βασιλική και στη στιγμή έπεσε ανάμεσά τους. Τον φίλησε σταυρωτά λέγοντας « Καλώς ήρθες. Κόντευε να σπάσει η καρδιά της μάνας σου. Άκουσα φωνές και θάρρεψα πως κάτι της έτυχε. Α, τώρα δεν μου γλυτώνετε. Θα έρθετε να φάμε σπίτι.»

 Στο δισταγμό της κυρά Βασιλικής η Ελένη συμπλήρωσε «Καλά ξέρω θες να μείνεις στο σπίτι σου. Περίμενε να ειδοποιήσω και τον Γιώργη με τα παιδιά να ρθουν, να καλωσορίσουν τον ξενιτεμένο.»

 Σε λίγα λεπτά το δωματιάκι γέμισε γέλια από τα παιδιά, την βροντερή φωνή του Γιώργη να γελάει από καρδιάς ανοίγοντας διάπλατα την αγκαλιά του.

«Καθίστε μαζί μας να φάμε. Απόψε ήρθε ο Χριστός στο σπίτι μου» πρότεινε γελαστή η κυρά Βασιλική.

Η Ελένη έφερε τις  κατσαρόλες της, η Βασιλική άνοιγε τις δικές της, τα μικρά τσούγγριζαν αυγά. Σαματάς και γέλια ανέβηκαν στα ουράνια, ενώθηκαν με τους Αγγέλους και όλοι μαζί υμνούσαν. «Ευλογείτε, ήλιος και σελήνη, άστρα του ουρανού τον Κύριον.»

«Κατέβηκα στον θάνατο και με ανέστησες γιέ μου» ψιθύρισε τόσο όσο να ακούσει μόνο εκείνος.

«Χριστός Ανέστη μάνα» και τσούγγρισαν τα κόκκινα αυγά.

 «Αληθώς Ανέστη Δημητρό μου»η μάνα είχε τη δική της Ανάσταση. Σε κάθε μπουκιά δόξαζε το Χριστό μουρμουρίζοντας «ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ»

 

                                                Μαρία Χανιώτου

 

  


.....ΜΑΡΙΑ ΧΑΝΙΩΤΟΥ......ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014 0:51 πμ |

https://www.facebook.com/photo.php?fbid=747837418619341&set=a.747849488618134&type=1

ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ...... Μαρία Χανιώτου

Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014 11:51 πμ |

koukidaki: Η Μαρία Χανιώτου για το "Ποτέ ξανά"
koukidaki.blogspot.com
Η Μαρία Χανιώτου απαντά το ερωτηματολόγιο Ριντ Φερστ για το μυθιστόρημά της "Ποτέ ξανά".

Πένυ Παπαδάκη ........Χωρίς δίχτυ ασφαλείας

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014 11:45 μμ |


Πιστεύω πως είναι από τα βιβλία, όπου ο αναγνώστης θα ταυτιστεί σε  πολλά σημεία με τους ήρωες.

Οι συγγραφείς φωτογραφίζουν την κοινωνία μας, Παίρνουν ακόμα και μια μυρωδιά και την κάνουν διήγημα, μυθιστόρημα. Πόσο  μάλλον όταν  μία χώρα ταλαιπωρείται  από οικονομική κρίση. Έτσι η Πένυ Παπαδάκη μας δίνει ένα επίκαιρό  μυθιστόρημα με άξονα την οικονομική κρίση, που κατακρημνίζει  ζωές, αξίες, οικογένειες. Όταν γύρω όλα καίγονται, θα πρέπει να είσαι  έξυπνος, μεθοδικός, και  να διαθέτεις πολύ σθένος ώστε να καταφέρεις να ξεφύγεις από τη φωτιά αλώβητος.

 Εάν υπάρχει σαθρό θεμέλιο στη ζωή του καθένα, τότε θα κορυφωθεί η αδυναμία, και θα έρθει η ρήξη. Έτσι και στην ζωή της Άννας, της ηρωίδας που σήμερα ξετυλίγουμε, υπήρχαν προβλήματα σε προσωπικό όσο και οικογενειακό επίπεδο.

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Η Άννα, η σιδηρά κυρία μιας μεγάλης εταιρείας, στην οποία αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά και για την οποία θυσίασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της, εις βάρος της οικογένειάς της, ξαφνικά απολύεται. Η κρίση, που μέχρι χθες,  δεν την άγγιζε, τυλιγμένη  καθώς ήταν στο κουκούλι της δύναμης και της αλαζονείας της χτύπησε και τη δική της πόρτα.

Από τη μια μέρα στην άλλη, έρχεται αντιμέτωπη με όσα επιμελώς, έκρυβε κάτω από το χαλάκι της ζωής της, γιατί δεν είχε επεκταθεί στον γάμο της, στις αξίες της, στον κοινωνικό της περίγυρο.

Ο πρώτος που θα εγκαταλείψει το καράβι που βουλιάζει είναι αυτός που νόμιζε καπετάνιο της, ο άντρας της. Δεν του αρέσει η σκουριασμένη πανοπλία της, την είχε μάθει δυνατή, την είχε μάθει αρχηγό, είχε δεδομένη τη μόνιμη προσφορά της.

 Όμως η Άννα είναι γεννημένη ηγέτιδα, όπως συνήθιζε να λέει ο πατέρας της, και θα καταφέρει έστω κα ι με τρικυμίες, έστω και με απώλειες, να οδηγήσει το καράβι της, σε απάνεμο λιμάνι. Θα ρίξει άγκυρα στη ζωή του Βασίλη και θα εκπλαγεί όταν μάθει πως η μοίρα τους ήθελε μαζί από την αρχή, αλλά η ζωή αλλιώς, τα είχε σχεδιάσει. Μα στα αλήθεια, ποιος κατάφερε ποτέ να αλλάξει ή να σβήσει όσα είναι γραφτό να γίνουν;

 Ένα δυνατό και επίκαιρο μυθιστόρημα για την κρίση που γεννά κρίσεις αξιών, ιδεών, χαρακτήρων, αλλά και δεύτερες ευκαιρίες για όσους τολμούν.

Η Πένυ Παπαδάκη χτίζει κεφάλαιο-κεφάλαιο ένα έργο άρτιο από συγγραφικής πλευράς, γεμάτο συναισθήματα και κορυφώνονται σε κάθε ενότητα. Θα το χαρακτήριζα

Χτύπημα και χάδι

Χαστούκι και φιλί. Χτύπημα στη ζοφερή πραγματικότητα, χάδι τα λόγια της μάνας.

 Εύχομαι στη ζωή των ανθρώπων να υπάρχει μία μάνα που να καθαρίζει με το βλέμμα της και μόνο τις πληγές τους. Να υπάρχει, μία μάνα φύλακας άγγγελος, που να μπορεί να βλέπει και αυτά που δεν φανερώνονται, να ακούει και αυτά που δεν εκφράζονται από φόβο ή ντροπή. Να κουβαλά ο καθένας ευωδιές από ευτυχισμένες στιγμές

 Το βιβλίο έχει αλήθειες που σπάνε κόκαλα, όμως είναι και τρυφερό σαν τα κρινάκια του χειμώνα. Αυτή η τέχνη είναι  η επιτυχία της Πένυ Παπαδάκη. Γλαφυρή εκεί που πρέπει. Σκληρή και δωρική  πάλι εκεί που πρέπει.

Σημεία που στάθηκα και επιβράβευσα.

Θα πρέπει να θυμόμαστε πως ακόμα και αν μας έχουν δώσει κλειδιά να ανοίξουμε πόρτες σημαντικές, κάποια στιγμή μπορεί να μας  τα πάρουν  να αλλάξουν χέρια

 Όταν το πορτοφόλι στερεύει , στερεύουν και οι αντοχές.

 Σε λίγες ώρες έπρεπε να σηκωθεί και να ετοιμαστεί για την δουλειά, αλλά που είχε χωθεί κι αυτός ο διακόπτης που απομονώνει τις έγνοιες του μυαλού κι αφήνει τον Μορφέα να σε πάρει αγκαλιά;

 Άλλο είναι να περνάς ξυστά από την απελπισία κι άλλο να ακουμπάς, να τη την μυρίζεις.

Κάποιοι τους έκλεψαν το όνειρο  την ελπίδα το γέλιο κι έφτασαν να βάλουν λουκέτο στον αγώνα και τον κόπο μιας  ολόκληρης ζωής.

Σημείο δυνατό του βιβλίου η αναφορά στον Θεό από το στόμα της κυρά Τσαμπίνα.

Εγώ δεν θέλω να βλέπω τον Θεό, ή ό, τι τέλος πάντων είναι αυτή η δύναμη σαν απειλή. Θα σε τιμωρήσει ο Θεός. Δεν θέλω ρε αδελφέ, ένα Θεό τιμωρό. Τον θέλω φιλεύσπλαχνο, ελεήμονα, φιλάνθρωπο. Σε αυτόν πιστεύω και σε κανένα μεσάζοντα.

 Η Άννα κάποια στιγμή αναφωνεί.

Μα πού πήγε ένα χέρι, μωρέ; Ένα χέρι να μου δώσει ένα παρηγορητικό χτύπημα στην πλάτη και να μου πει ότι όλα θα πάνε καλά. Γιατί είμαι δυνατή εγώ, έτσι δε λένε; Οι ψεύτες.

 Ένα βιβλίο η ζωή και κάθε νέο κεφάλαιο μία νέα αρχή. Μερικά τα διαβάζεις αδιάφορα, μερικά γελώντας, και άλλα κλαίγοντας. Μα τι σημασία έχει το κέρδος  κρύβεται στο διάβασμα, στο ταξίδι.

 Και εγώ Πένυ Παπαδάκη κέρδισα πολλά διαβάζοντας το βιβλίο σου  πολλά δεν θα ξεχάσω όπως.... Η ΖΩΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΒΑ ΑΛΛΑ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΔΙΑΡΚΕΙ ΛΙΓΟ. Γι' αυτό ας φροντίσουμε όλοι να έχουμε ένα δίχτυ ασφαλείας.  book


ΑΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΗ..... ΑΡΩΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ....

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014 10:43 μμ |

                                                          ΑΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΗ 

«Πρέπει να αδειάσετε το σπίτι κυρία Ελισάβετ, σε λίγες μέρες θα έρθει η μπουλντόζα». Πόσο ψυχρό ακούστηκε! Μπουλντόζες να γκρεμίσουν το πατρικό σπιτάκι  της. Δεν την ευχαριστούσε που θα έπαιρνε ένα διαμέρισμα καινούργιο και όχι φωλιά ποντικιών, όπως είχε πει κάποτε μια άξεστη γειτόνισσα. Ο γάτος τους έφερνε τρόπαιο το ποντίκι στο στόμα, το ακουμπούσε στα πόδια της μητέρας της και ποτέ δεν είχε ανέβει στο κρεβάτι της. Τα καημένα φοβόταν  πολύ τον γάτο και ποτέ δεν ξεστράτισαν πέρα από την αυλή.  Ξεκλείδωσε την σιδερένια πόρτα με ρίγος να την διαπερνά. «Για τελευταία φορά» σκέφτηκε και ο κόμπος ανέβηκε στον λαιμό.  Πόσες και  πόσες φορές δεν είχε κάνει αυτή την κίνηση. Όταν γυρνούσε από το σχολείο, όταν γυρνούσε από το πρώτο της ραντεβού, όταν δεν είχε γράψει καλά στο διαγώνισμα και ήθελε να χωθεί στο σπιτάκι της. Την δική της φωλιά. Την γεμάτη αγάπη από τους γονείς της.  Και εκείνοι να μη την ρωτούν ποτέ, πώς  έγραψε, αφού φώναζε από μόνο του το πρόσωπό της  έτοιμο να μπήξει τα κλάματα, αν  έστω της έλεγαν το παραμικρό. Αυτή η σιωπή τους την σκότωνε πιο πολύ. Μπήκε στο μικρό σαλονάκι,  εκεί που άκουγε στο ραδιόφωνο  το θέατρο της Δευτέρας, μέχρι αργά και  νύσταζε την άλλη  μέρα στο σχολείο. Εκεί που ήταν το  τηλέφωνο και είχε ακούσει τόσα «Σε αγαπώ». Ακόμα τα δισκάκια μέσα στη δερματόδετη θήκη. Και ο δίσκος που ακούστηκε για στερνή φορά πάνω στο πικάπ. ..... El condor pasa ....  Προσπέρασε τον διάδρομο  και  έφτασε στη κρεβατοκάμαρα. Πάνω από το κρεβάτι ήταν ο γιούκος, αυτόν που αποθήκευε η μητέρα της τα ρούχα κάθε εποχής, μέσα σε δυο τεράστια μπαούλα  και από πάνω απλωνόταν οι κουβέρτες.  Τώρα στεκόταν  με σακούλες στα χέρια να τα χώσει  όπως -όπως μέσα και να τα απομακρύνει, να αδειάσει το σπίτι. Θα ερχόταν η μπουλντόζα. Δεν θα περνούσε μέχρι να σηκωθεί η πολυκατοικία. Δεν ήθελε ούτε  να το σκέφτεται πως θα χωνόταν η τεράστια χοάνη της και θα γκρέμιζε την ευτυχία τόσων χρόνων. Γιατί περί ευτυχίας επρόκειτο. Άνθησαν χαμόγελα και χαμόγελα, γέλια μέχρι να πέφτουν κάτω τα αδέλφια μαζί με τους φίλους τους. Ακόμα και ο θάνατος του παππού και της γιαγιάς όταν ήρθε, το έπαιρναν σαν κάτι φυσιολογικό και εκεί στο σαλονάκι πάλι γέλια ακουγόταν από τις γειτόνισσες που ξενυχτούσαν.  Προχώρησε  και στάθηκε μπροστά από τα μπαούλα. Με δάκρυα στα μάτια έβαζε τις κουβέρτες που μύριζαν ακόμα ναφθαλίνη από τα χεράκια της μητέρας της. Άνοιξε το σκέπασμα του μπαούλου.  Ένα κόκκινο πανί φώναζε την ύπαρξή του. Το έπιασε χωρίς να πιστεύει  πως ήταν  εκείνο που της είχε ζητήσει με τόσο επιμονή η μητέρα της,   όταν βρισκόταν στο νοσοκομείο, λίγο  πριν το τέλος της.    

«Πήγαινε κόρη μου στο σπίτι μας, άνοιξε το μπαούλο και πάνω -πάνω θα βρεις ένα δεματάκι  σε κόκκινη θήκη. Είναι τα γράμματα του πατέρα σου και εμένα. Εκεί κρύβεται  όλος  ο έρωτάς μας». Είχε γυρίσει με άδεια χέρια.  «Μα δεν μπορεί  εκεί ήταν.  Θυμάμαι  καλά. Εκεί τα είχα αφήσει. Ποιος να τα πήρε;» απορούσε η μητέρα  και κοιτούσε με αμηχανία τον πατέρα της.

«Δεν ξέρω μητέρα δεν τα βρήκα».

 Έμειναν τα γεροντάκια σκυφτά να αναρωτιούνται τι να έγιναν τα γράμματα. Πίστεψαν βλέπεις την κόρη τους πως είχε ψάξει καλά. Κλάματα  πήραν την Ελισάβετ. Πώς να ζητήσω συγνώμη μάνα και πατέρα! Πόσο πολύ θα σας πόνεσα! Τώρα πια που τα βρήκα δεν σας έχω κοντά μου. Άνοιξε ένα. Άφησε τις κουβέρτες δίπλα της σκόρπιες και διάβαζε τον έρωτα των γονιών της.  Τα πήρε αγκαλιά σαν  ιερά λάφυρα και βγήκε στην αυλή. Το γεράνι είχε ανθίσει. Το αγιόκλημα  της έφερνε μυρωδιές. «Μάης είναι» ψιθύρισε. Ανέβηκε την  σκάλα και πάτησε πάνω στη ξύλινη ταράτσα.  Ναι μια υπερυψωμένη ξύλινη ταράτσα  πάνω από τα κεραμίδια. Αυτό μόνο ο πατέρας της  μπορούσε να το καταφέρει. Με δοκάρια, τάβλες οριζόντιες και κάθετες είχε  φτιάξει μια ξύλινη ταράτσα πάνω από  τα κεραμίδια.  Ακούμπησε στη κουπαστή αυτή που τόσες φορές είχε αγναντέψει πέρα τα άχτιστα ακόμα χωράφια γεμάτα μαργαρίτες, παπαρούνες και αγριόχορτα. Πόσες φορές δεν είχε χωθεί μέσα ακόμα και αν είχε τσουκνίδες προκειμένου να σώσει κάποιο γατάκι που είχαν πεταμένο οι άσπλαχνοι γείτονες. Γλάστρες που φώναζαν εγκατάλειψη ..... όμως μερικά λουλούδια αντιστεκόταν στον χρόνο, το αγιόκλημα και το γιασεμί ζούσε ακόμα μέσα στα βαρέλια, και είχε αγκαλιαστεί με την κληματαριά, απομεινάρια των κρεμαστών κήπων της Βαβυλώνας.   Βασιλιάς είχε φτιάξει ένα θαύμα,   για την αγάπη της γυναίκας του που νοσταλγούσε τους δασωμένους λόφους της πατρίδας της. Ένας απλός άντρας ήταν ο πατέρας της, όμως και εκείνος  για την αγάπη της γυναίκας του έφτιαξε μονάχος αυτόν τον άθλο.  « Δεν μπορεί όλες να έχουν ταράτσα και η δική μου γυναίκα να μην έχει»!

Τι κι αν ήταν ένα κεραμοσκέπαστο σπιτάκι. Βρήκε τον τρόπο. Κανείς δεν  φανταζόταν πως πάνω από  τα κεραμίδια θα έφτιαχνε ένα τέτοιο παράδεισο. Περιπαιχτικά σχόλια ακούστηκαν  όταν  το ξεκίνησε. «Δεν γίνεται αυτό που σκέφτηκες. Θα πέσει η σκεπή και θα σας πλακώσει». Οι ακαμάτες το είπαν. Όχι όμως και ο εργατικός, όσο και έξυπνος πατέρας της. Κέντρισε  την ζήλεια  των αντρών και ο αναστεναγμός  των γυναικών έβγαινε από τα τρίσβαθα της ψυχής τους, σαν δεν τον είχαν δικό τους Η Ελισάβετ έσκυψε και έκοψε ένα κρινάκι.  Μανούλα μου   εσύ έχεις φύγει, όμως τα λουλούδια σου ζουν ακόμα,  να δηλώνουν την παρουσία σου συνάμα και την απουσία.  Αρώματα μου  στέλνεις από εκεί ψηλά και μου   κρυφομιλάς "Είμαι εδώ. Νιώσε με". Είσαι η μανούλα μου.   Η τριανταφυλλιά αγρίεψε όμως ακόμα έχει μπουμπούκια.  Κάθισε στο σκαλί και έφερε με τον νου της τα κρεβάτια που έβαζαν το καλοκαίρι εκεί πάνω, πλήθαιναν οι φιλοξενούμενοι, τα γέλια ξεσήκωναν την γειτονιά, τρόμαζαν ακόμα και τα άστρα με τέτοια ευτυχία. Βουβά παρέμεναν,  μονάχα φώτιζαν τα όνειρά τους. Το κλίμα ανοίγει ματάκια, σε λίγο θα απλώσει φύλλα να κάνει ντολμαδάκια η μητέρα και εκείνη να παρακολουθεί μαζί με τον πατέρα να μεγαλώνουν οι ρόγες των σταφυλιών. Αρώματα μιας άλλης εποχής. Όλα μα όλα θα χαθούν. Δεν το άντεχε. Μάζεψε όσα πιο πολλά λουλούδια είχαν απομείνει. Τα τελευταία ... ....

  Ο ψάθινος καναπές  κρεμασμένος στον τοίχο  ξεθωριασμένος πια, όμως όχι και στη μνήμη της.  Δεν ξεχνιέται η αγκαλιά του πατέρα της να την πιάνει να την ανεβάσει εκεί ψηλά, πρώτη να την χαϊδέψει ο  ήλιος. Είχε και τα φτωχικά παιχνίδια της  σκαρφαλωμένα εκεί,  στο βασίλειο του ψάθινου καναπέ.     Με τα μάτια και μόνο είχαν συνεννοηθεί όταν ήθελε να κατέβει. «Μισό λεπτό» έλεγε και της έκοβε ένα λουλουδάκι. Με αυτό στα μαλλιά  κατέβαζε την μικρή του θεά.  Έγερνε το κεφαλάκι της να μυρίσει αρώματα των λουλουδιών και ήταν πιο πολλά  της καρδιάς του, από εκείνα που της είχε βάλει στεφάνι στα μαλλιά.

  Κατέβαινε αργά τα σκαλιά,  μυσταγωγία  στα χρόνια της αθωότητας. Σκαλί και θρήνος, σκαλί και ανάμνηση, σκαλί  και ούτε ένα χαμόγελο. Μπερδεύτηκε το πόδι της σε κάτι. Τι την κρατούσε  λοιπόν και δεν την άφηνε να κατεβεί; Γύρισε και τότε είδε ένα σπάγκο λες κι ήταν φιδάκι διπλωμένο στη γάμπα της.  Ο σπάγκος της σβουρίτσας της.  « Μιχάλη  κοίτα η σβουρίτσα μας»  έβαλε φωνή και  έγινε με μιας παιδί σαν τότε που  και έκανε κύκλους γύρω από τον αδελφό της. Της την είχε κρύψει. «Δική  μου είναι.  Εσύ να παίξεις με τα δικά σου» επέμενε ο αδελφός. Μα για ποια παιχνίδια δεν της έλεγε; Πετρούλες και ντενεκεδάκια  μαγικά στη φαντασία ενός παιδιού, αλλά η σβουρίτσα μοναδικό αληθινό παιχνίδι.

«Θέλω   και εγώ την σβουρίτσα» παραπονιόταν η μικρούλα και τότε ο πατέρας έβαζε τέλος στη διαμάχη των παιδιών λέγοντας  « Έλα Ελισαβετούλα μου, έλα εσύ να φτιάξουμε ένα στεφάνι με  λουλούδια είναι πρώτη του Μάη» κι αμέσως   έσκυβε και  ψιθύριζε στο αυτί ο πατερούλης «Μόνο για σένα».

 Κρεμόταν ακόμα επάνω  στο καρφί της αποθήκης.   Ποτέ δεν θέλησε να το αποχωριστεί και ας ήταν ξερό και μαδημένο.   Ήταν  το τελευταίο από τα χέρια του πατέρα. Από τότε δεν ξανάφτιαξε ποτέ. Λυπάται να πεθαίνουν τα λουλούδια κρεμασμένα. Και δεν υπάρχει η φωνή του να της ψιθυρίζει «Θα φυτέψουμε άλλα μικρή μου».

 Πατέρα, μάνα μου  πού πήγατε, γιατί με αφήσατε μονάχη! Πόσα χρόνια μακριά σας! Αρώματα του Μάη, αρώματα μιας ζωής. Φυλαχτά στη καρδιά. Σας ευχαριστώ .... Για τα όμορφα παιδικά χρόνια που μου χαρίσατε.  Όσο ζω και αναπνέω θα έχω  αυτά τα αρώματά  στη καρδιά. 

  Η Ελισάβετ ξεκρέμασε με προσοχή ότι είχε απομείνει από το  στεφάνι , μάζεψε και την σβουρίτσα που την είχε κρύψει ο αδελφός της μέσα στην γλάστρα περιμένοντας εκείνη να έρθει να την κάνει  επιτέλους δική της.  Έριξε μια ματιά ολόγυρα.  Mα πού πήγαν τόσες ψυχές!  Έκλεισε τη τσάντα της   με το  στεφάνι,  τη σβουρίτσα  και τα γράμματα, άγια φυλαχτά και δεν πήρε τίποτα άλλο. Δεν ήθελε να μολέψει τα αρώματα μιας ζωής με την σκληρή πραγματικότητα. Ας ζούσε για λίγο στο όνειρο.  Τράβηξε την πόρτα πίσω της, ενώ ψέλλιζε « Εσείς που με αγαπήσατε πολύ,  μεσιτέψετε για εμένα, στείλτε μου αρώματα του Μάη να λουλουδιάσει η ζωή».  Και  τότε ακούστηκε το τραγούδι του  πατέρα «Τα χελιδόνια πέταξαν από το ξεροβόρι αποδιωγμένα, ποτέ μη με ξεχνάς, μη με λησμονάς ...»

Δεν σας λησμονώ πολυαγαπημένοι μου, τι και αν  δεν υπάρχει πια το σπιτάκι στον αριθμό 32,  ζει πάντα στην καρδιά μου. Εκεί του που κατοικούν τα αρώματα του Μάη.

                      1 Μάη2014 Μαρία Χανιώτου

                                                                             Εις μνήμη των γονιών μου

ΥΓ- ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΓΚΑΛΙΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΠΕΡΑΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙΚΟ ΜΟΥ .... ΕΥΧΡΙΣΤΩ...


ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ....Με αγγέλους σας στέλνω ευχές...

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014 11:25 μμ |

                                                        ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Η Μελίνα με ένα σακούλι στη πλάτη, το  παγούρι στο χέρι,  κεφάλι σκυφτό, βήματα βιαστικά, ανάσα ακόμα πιο βαριά από την ψυχή της  πήγαινε. Ήξερε πού πήγαινε . Άφησε  τα βουνά  των Λευκών.  Ανέβαινε με μανία σχεδόν  το καλντερίμι.  Έφτασε ψηλά στη  Λαγκάδα.  Κουτρουβάλησε τις πέτρες και άρχισε να κατηφορίζει.   Τα πουρνάρια την ξέσκιζαν,  τα φρύγανα την τσιμπούσαν, δεν  έδινε σημασία  στις ομορφιές της φύσης γιατί  ήταν αλλού. Έβλεπε  ένα πλοίο να οργώνει  την θάλασσα πέρα μακριά, αλλά γρήγορα γύρισε το κεφάλι και συνέχισε να προχωρά.  Είχε αποφασίσει. Θα  χωνόταν στου Καλαμπάκα την σπηλιά. Όχι σε μοναστήρι. Δεν ήταν η ψυχή της για μοναστήρι. Μα δεν ήταν και για τον κόσμο. Τον βαρέθηκε.  Όλους τους βαρέθηκε.  Τους ψεύτες, τους ραδιούργους, τους μικρόψυχους, τους καιροσκόπους,  τους  υποκριτές, όλους μα όλους. Απογοήτευση, πίκρα, βαθιά λαβωματιά της κατάφεραν οι άνθρωποι.  

Θα κρυβόταν με τον διάβολο στη σπηλιά του. Ήξερε πως εκεί ήταν πολλοί τιμωρημένοι από Θεϊκό χέρι.    Τι είχε να φοβηθεί. Τρόμαξε τόσο πολύ από τους ανθρώπους που πια δεν είχε να φοβηθεί τους σατανάδες.  Μπορεί να ερχόταν να την πειράξουν,  αλλά έτσι όπως θα την έβλεπαν  εξαϋλωμένη, θα την άφηναν στην ησυχία της. Γιατί δεν θα είχε αντοχές να αμυνθεί και εκείνοι θέλουν να παίξουν με δυνατούς, να τους πονέσουν. Η Μελίνα δεν ήταν πλέον δυνατή, ένα κουφάρι που  σερνόταν, χωρίς ψυχή.

Η σκοτεινή σπηλιά θα την φιλοξενούσε για τόσο όσο, να περάσει η σκοτοδίνη της. Αν περνούσε .... διαφορετικά εκεί θα άφηνε τη τελευταία της πνοή. Ο αέρας πολεμούσε  πάνω στο κρανίο της. Ήθελε να της ξεριζώσει τα μαλλιά, να της βγάλει τα μάτια. Τίποτα δεν την ενδιέφερε, προχωρούσε και όλο προχωρούσε. Φάνηκε ο τρούλος του Αγίου Γεωργίου. Δεν σήκωσε το χέρι να κάνει τον σταυρό της όπως συνήθιζε. Έχασε την πίστη της. Τα έχασε όλα. Έφτανε στη σπηλιά. Δεν φαινόταν  το άνοιγμα. Έπρεπε  να συρθεί  με την κοιλιά να μπει. Θα το  έκανε και αυτό, όσο κι αν ήξερε πως θα διέσχιζε ένα μικρό σκοτεινό διάδρομο με όλα τα ζωύφια  να ξεπηδάνε από το χώμα και να  της τσιμπολογάνε  τα χέρια.   Στο μέρος της καρδιάς πονούσε από τους δυνατούς χτύπους.  Πονούσε και για τα τόσα που της δάγκωσαν την ευαίσθητη ψυχή. Αφύλαχτη την άφησε και την καταμάτωσαν. Άφησε τον  κόσμο έξω. Είχε πάρει την απόφαση  να μείνει μόνη  στη σκοτεινή σπηλιά. Δεν ήθελε κανένα. Όλοι είχαν  μερτικό για αυτή την ετυμηγορία.

Σύρθηκε, μπήκε. Αναμέτρηση με τον διάβολο.

 Έπεσε στο χώμα. Ένα κουβερτάκι είχε πάρει μαζί της και αυτό την τελευταία στιγμή το άρπαξε, μια  και το πήρε η ματιά της πάνω στο καναπέ που ξάπλωνε ο καλό της. Ο  καλός της! Πικρό  το χαμόγελο.  Προσπέρασε την σκέψη του.  Τώρα πια θα επέβαλε στον εαυτό της να ξεχάσει. Τους πάντες και τα πάντα. Υγρό το χώμα που έγειρε. Οι νυχτερίδες άρχισαν να φτεροκοπούν αναγνωριστικά πάνω της. Ποια ήταν η καινούργια εισβολέας στη σπηλιά τους!  Έτοιμη τροφή.  Μια δυνατή δαγκωνιά στο ακάλυπτο σημείο  του προσώπου της.  Δεν έδωσε σημασία η Μελίνα. Ακόμα και όταν ένιωσε το αίμα να κυλά. Πόσο πόνο να της προσφέρει μια δαγκωματιά νυχτερίδας!  Κοιμήθηκε βαριά. Δεν κατάλαβε  τα τρωκτικά που την παρακολουθούσαν γύρω της. Τρελό χορό είχαν στήσει οι κατσαρίδες, αράχνες  και όλα τα νυχτόβια. Και οι  δαιμόνοι.  Βάλθηκαν  να την πειράξουν, αλλά τούτοι  το μετάνιωσαν.

Με στραμπουλιγμένο   σβέρκο  άνοιξε τα μάτια και βάλθηκε να κατανοήσει που βρέθηκε. Εκεί που  η ίδια αποφάσισε.  Τα μερόνυχτα πια δεν καταλάβαινε πως περνούσαν.  Όμοια και απαράλλαχτα. Συνήθισαν τα μάτια της το σκοτάδι,  τραγάνιζε  τα παξιμάδια που είχε μαζί της και έπινε νερό από το παγούρι της.

«Κοντεύουν να τελειώσουν» μουρμούρισε.  Δυσανασχέτησε στη σκέψη πως θα ήταν υποχρεωμένη να βγει προς αναζήτηση τροφής. Τροφής; Μα εκείνη δεν ήταν  που δεν την ενδιέφερε η ζωή, τώρα γιατί αναζητά τροφή!

 Σηκώθηκε και άρχισε κύκλους στην σπηλιά. Μέχρι εκεί που φωτιζόταν  από το μικρό άνοιγμά της. Σταλακτίτες και  σταλαγμίτες άσπριζαν στον χώρο.  Το χέρι της ακούμπησε τις στάλες. Το έφερε στο στόμα. Αλμυρό. Αέναη η φύση δημιουργεί. Αναλογίστηκε τα χιλιάδες χρόνια που χρειάζονται για να σχηματιστούν! Και εκείνη μια στάλα της φύσης.   Λαβωμένη, ταλαιπωρημένη, βαλαντωμένη, με ψεύτικες χαρές αναλώθηκε. Πέρασε μια ζωή με παραμύθια.

 Ένας ήχος την απέσπασε από τις σκέψεις της. Κινήθηκε προς το άνοιγμα. Και τότε ακούστηκε καθαρότερα. Ένα πονεμένο βέλασμα.  Ξεχώρισε ένα αρνάκι, να προσπαθεί να στηθεί στα πόδια του. Έτρεξε κοντά του.

«Καρδούλα μου τι έπαθες;  Εσύ φοβάσαι εμένα; Έλα μου εδώ»  μουρμούρισε   και  το σήκωσε αγκαλιά. Εκείνο παραδόθηκε. Λούφαξε στο κόρφο της ,αφήνοντας  πότε - πότε  ένα βογκητό.

« Και εσύ κλαις; Όχου μη κλαις.   Για να  δω καλύτερα; Να πάρει δεν βλέπω μέσα στα σκοτάδια!» Κάτι ζεστό συνέχιζε να κυλάει  πάνω της.  ψαχούλεψε το κορμάκι του.   Τότε το ένιωσε. Μια ματωμένη περιοχή στα πίσω πόδια του.   «Τι να κάνω τώρα μικρό μου;» Κάθισε  κάτω έτοιμη να βάλει  τα κλάματα, έτσι ανήμπορη που στεκόταν μπροστά σε μια ύπαρξη πληγωμένη.  Έδεσε  με το φουλάρι της την πληγή.  «Αν έχεις  τύχη θα ζήσεις» του ψιθύρισε στο αυτί και ξάπλωσε, έχοντας πάνω της το  τετράποδο φιλαράκι της.  Γλύκανε η καρδιά της.  Κοιμήθηκε χωρίς εφιάλτες για πρώτη φορά μετά από  πολύ καιρό.  Την νανούρισε το χτύπημα της καρδιάς ενός ζώου. Ξέχασε από πότε είχε να την νανουρίσει η καρδιά ενός ανθρώπου.  

Πρωινές ώρες θα ήταν όταν το προβατάκι θέλησε να βγει. Το ακολούθησε μέχρι το άνοιγμα να το αποχαιρετήσει.  Κοντοστάθηκε εκείνο, δεν μπορούσε να περπατήσει καλά.  Έμεινε δισταχτικό και διχασμένο, όμως η  πείνα, η δίψα, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης το έσπρωχνε να φύγει και ας κούτσαινε. Πάνω στον βράχο ένας άντρας  το καλούσε.   

 Το φως της πόνεσε τα μάτια. Έστριψε και μπήκε πάλι στον υγρό τάφο της.   Η  μυρωδιά  από  την υγρασία  της χτύπησε στη μύτη. Με γρήγορα βήματα έφτασε πάλι  ως έξω, έρποντας έφτασε  στο άνοιγμα. Όλο το βουνό ακόμα και τα φρύγανα είχαν ανθάκια πάνω τους, το θυμάρι, η φασκομηλιά, όλα προσπαθούσαν  με όποιο τρόπο διέθεταν να επιβιώσουν πάνω στο κορφοβούνι που τους έριξε η μοίρα τους.  Δάκρυσε από συγκίνηση.  Η φύση της έστελνε μηνύματα. Ο κότσυφας κελαηδούσε πάνω σε μια μυρτιά.  Άγγελοι της φώναζαν, να γυρίσει στη γη. «Δεν ήρθε ακόμα η ώρα Μελίνα. Πρέπει να γυρίσεις. Η ζωή σε περιμένει».  Οι μνήμες την πονούσαν, από την άλλη  η ζωή την καλούσε.  Η φύση της έστελνε  ευωδιές και το αγέρι χαιρετίσματα. Τίποτα. Τα απαρνήθηκε πάλι.  Σύρθηκε ακόμα πιο βαθιά στη σπηλιά της.

Και τότε τον είδε.  Απρόσκλητος στεκόταν μπροστά της.  Έμεινε να κοιτάζει στο ημίφως την αντρική παρουσία.   «Αυτό ήταν. Άρχισαν οι παραισθήσεις» μολόγησε.

«Θέλετε λίγο φρέσκο ψωμί; Ζύμωσα πρωί -πρωί».

«Ζυμώσατε;» γέλασε αυθόρμητα η Μελίνα.

«Ναι. Είσαστε τυχερή. Σήμερα  ζύμωσα. Κάθε εβδομάδα. Τέσσερις φορές τον μήνα αρκεί. Δεν χρειάζεται κάθε μέρα φρέσκο. Α! Έχω και ελιές. Θέλετε;» Χάιδευε το βλέμμα του το πρόσωπό της. Όμορφα, διακριτικά. 

«Να σας αφήσω τώρα, θα φύγει το κοπάδι» είπε  Και έφυγε.

Της φάνηκε πιο σκοτεινή η σπηλιά, πιο μικρή, πιο υγρή.  Χωρίς να το πολυσκεφθεί γύρισε να δει τον άντρα που χανόταν στο έβγα  της σπηλιάς. Διστακτικά τα βήματα. Όμως βγήκε. Τον αναζήτησε η ματιά της. Σαν άγγελος  σφύριζε στα πρόβατα και εκείνα τον υπάκουαν.  Το πληγωμένο ξεστράτισε από το κοπάδι και  προσπαθώντας έφτασε κοντά της. Χαμογέλασε.   Κάθισε πάνω στη  ζεστή ξερολιθιά. Παρακολουθούσε τα χοροπηδητά των ζώων. Με όλες  τις  αισθήσεις  της  ρουφούσε τη πλάση.   Εκείνος  ήρθε και κάθισε κοντά της.

«Δεν θέλει πολλά ο άνθρωπος να είναι ευτυχισμένος. Εγώ τα άφησα όλα.  Αρχιτέκτονας ήμουνα, η κρίση με τσάκισε.  Θυμήθηκα τη γη των προγόνων μου. Με περίμενε υπομονετικά. Ήξερε πως θα γύριζα κάποια στιγμή. Εδώ βρήκα την ηρεμία μου. Όλος μου ο κόσμος αυτά τα ζώα και η φύση. Δεν χρειάζομαι τίποτα άλλο».

Μα γιατί  της τα λέει όλα αυτά;  Δεν τον ρώτησε.

 «Μάριος» είπε και σηκώθηκε. Περίμενε .....αν ήταν  όραμα ή  αληθινός. Τον είδε να ξεμακραίνει. Δεν εξαφανίστηκε. Ήταν γήινος άγγελος. Τα ξέμπλεκα μαλλιά του, η αντρική κορμοστασιά,  πρόκληση στο μυαλό της.  Δεν μπορείς να ξεφύγεις από τη ζωή Μελίνα. Μη ξεφύγεις. Ότι και αν σου πλήγωσε τη ψυχή βρες το κουράγιο και  προχώρα. Μην είσαι αγνώμων στο δώρο της ζωής.  Διαχειρίσου το με δύναμη, σθένος και ψυχή. Η ζωή ανήκει στους δυνατούς. Την ίδια στιγμή που εσύ την απαρνιέσαι, άλλος αρπάζει την θέση του.  Έρωτας είναι η ίδια ζωή. Να θυμάσαι. Τίποτα δεν μένει αμετάβλητο. Και αυτό θα περάσει. Παντού υπάρχει η ανατροπή.

Το προβατάκι στην αγκαλιά  της με ένα πήδημα έτρεξε στο άντρα που χανόταν.  Ότι είχε να  πει ο άντρας, η φύση, τα ζώα της τα είπαν.  Σειρά της να  το φροντίσει σωστά.  Να θρέψει την λαβωματιά με έρωτα για την ζωή.   Να μη λιποτακτήσει. Δεν της ταιριάζει η ήττα.   «Σήκω Μελίνα. Πέρασε η βαρυχειμωνιά» ψιθύρισε  και αμέσως φώναξε «Μάριε!»  Ακολούθησε τον έρωτα στη ματιά, τη ζωή. Γιατί η ζωή είναι εμείς.  Άγγελοι είναι πάντα κοντά μας. Αρκεί να θέλεις   να τους δεις.

Μαρία Χανιώτου 7-4-2014  

  

  


ΑΠΟΨΕ ΣΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ 12-1 ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ...ΜΑΡΙΑ ΧΑΝΙΩΤΟΥ

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014 3:34 μμ |

10151447_597711710318584_1829218526_nΑπόψε θα είμαστε στο πρώτο πρόγραμμα να μιλήσουμε για την παράσταση των 30 αμερικάνικων δολλαρίων.Πατείστε στο διαδίκτυο πρώτο πρόγραμμα ή στο ράδιο στην συχνότητα 101,9 ή 93,6. Την Δευτέρα 31 Μαρτίου πρεμιέρα στο θέατρο ΠΥΞΙΔΑ  Σαρρή και Ρήγα Παλαμήδου 3 Ψυρρή δίπλα στην εκλησία των Αγίων Αναργύρων..


ΜΟΙΡΑΙΟ ΛΑΘΟΣ .....Μαρία Χανιώτου

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014 9:43 μμ |

                                         MΟΙΡΑΙΟ ΛΑΘΟΣ  

« Μαμά ο παππούς κλαίει».

«Άστον παιδί μου».

« Κλαίει » είπε ξανά η Αρετή, ενώ κοιτούσε με απορία  την  μαμά, να στέκεται  ακούνητη δίπλα του. Εκείνη και ψευτιές αν κάνει, πάλι την αγκαλιάζει και  την  παρηγορεί.  Δεν καταλάβαινε. Η  μικρή έκανε το γύρο του χάους,  έτρεχε στο μονοπάτι, προκαλούσε  παππού και μαμά, σήκωνε μικρές σκουριασμένες πέτρες, τις πετούσε κατά τα σπίτια των μεταλλωρύχων, έβγαζε φωνούλες και τέλος έριχνε το αθώο βλέμμα της απέναντι κατά τη Μακρόνησο. "Νησί του μαρτυρίου"  το έλεγε η μαμά,  "και από εδώ στεριά του μαρτυρίου" κατέληγε πάντα ο παππούς στις κουβέντες τους,  κοιτώντας το βάραθρο από τις  υπόγειες στοές.     

 Έφτασε μέχρι την άκρη του  θεόρατου γκρεμού να μαζέψει κυκλάμινα,  να τη δει ο παππούς και να της φωνάξει «Πρόσεχε Αρετούλα, φυσάει μη σε πετάξει στο γκρεμό».   Ο Ασπρομάλλης   είχε λυθεί σε κλάματα,γερμένος πάνω σε ένα βράχο.   Ο βήχας τον έπνιγε.  Ανάσες βαριές και βήχας πάλι, να θέλουν να πεταχτούν τα μάτια έξω από τις κόγχες.  Κάθε χρόνο τέτοια μέρα ο ουρανός μαυρίζει, συντρέχει τον Νικόλα στο κλάμα του, στις θύμισες, στον πόνο. Σιγανό ψιχάλισμα κάθε πρώτη Φλεβάρη,  στάλες  κεντάνε τη γη και αίμα  το μυαλό του Νικόλα.  Ο Νικόλας νεαρός, ο Νικόλας, άντρας, ο Νικόλας με άσπρα μαλλιά.  Έγιναν πλέον ίδια σαν εκείνα του μπάρμπα Μήτσου. Παρά την υπόσχεση που έδωσαν «Θα μεγαλώνουμε μαζί, μεγάλωσε μόνος». Ρουλέτα τους έπαιξε ο θάνατος. Μια κύλισε σε  εκείνον και μια που το μετάνιωσε και έδωσε άλλη μια σκουντιά στο παιχνιδάκι του.  «Όχι το παιδί ..... όχι» μια φωνή του τρυπάει ακόμα τα μηνίγγια.    Δεν ξεχνούσε, δεν γινόταν να ξεχάσει.  Οι φωνές έρχονταν από  τα έγκατα της γης ξεκάθαρες και ας έχουν περάσει σαράντα χρόνια.  

«Τρέχα Νικόλα να προλάβουμε να χωθούμε στην αποθήκη. Έτοιμος είναι να κατεβάσει την μπόρα».

 Όσο κι αν  έτρεξαν δεν πρόλαβαν. Άνοιξαν οι ουρανοί και τους μούσκεψε μέχρι κόκαλο.

«Τώρα Νικόλα δεν κάνουμε τίποτα. Ή χάνουμε το μεροκάματο, η μένουμε εδώ μέσα ως το βράδυ μουσκεμένοι». Η απάντηση ήρθε με σιωπή και αυτόματο βηματισμό προς το μηχανοστάσιο. Προσπέρασαν το πηγάδι, τη γέφυρα μεταφοράς του μεταλλεύματος, τις αποθήκες  τον επιβλητικό πύργο,  και  μπήκαν στη πρώτη γαλαρία.

  «Φόρεσε το κράνος σου  μη το ξεχνάς, τα γυαλιά σου, πάλι δεν πήρες τα γάντια σου; Τρύπησαν  τα χέρια σου  και μυαλό δεν βάζεις» ο μπάρμπα Μήτσος νουθετούσε τον μικρό.  

« Έλα τώρα μπάρμπα Μήτσο κάθε μέρα μου τα κοπανάς» απαντούσε ο Νικόλας με την θρασύτητα των νιάτων.  

«Σε έχω υπό την προστασία μου. Τ θα πω στον πατέρα σου αν πάθεις κακό!»

«Δεν παθαίνω μη φοβάσαι».

«Εσείς όλα τα ξέρετε. Μη ξεχνάς πως άσπρισαν τα μαλλιά μου  μέσα  τις στοές.  Υπάρχουν κανόνες εδώ. Αν δεν τους τηρήσεις μπορεί να  στοιχίσει και την ζωή σου. Να' ξερες πόσους έχω δει  να σωριάζονται στα πόδια μου μπροστά!»

Σταμάτησε  ο μπάρμπα Μήτσος, έκανε τον σταυρό του, και τράβηξε  μπροστά  στην γαλαρία. Λιγοστό το φως δεν τους επέτρεπε να βλέπουν ξεκάθαρα.

«Μικρέ άσε τις μαγκιές».

Αριστερά ο Νικόλας, δεξιά ο Μπάρμπα Μήτσος από τις σιδηροτροχιές  άκουγαν τους άλλους να σέρνουν το βαγονάκι με το μετάλλευμα, ως να παραδώσουν σε εκείνους. Και αυτό όλη μέρα, έτσι βρεγμένοι, έτσι μουσκεμένοι.  Άνθρωποι και βαγόνι σταματημό δεν είχαν.

Ο θόρυβος ήρθε πρώτος, το μάτι δεν πρόλαβε να αντιληφτεί το κακό. Τα υποστυλώματα κατέρρεαν.

«Κάνε δώθε παιδί μου»  φώναζε ο μπάρμπα Μήτσος και έπειτα σκοτάδι. Όλα βυθίστηκαν στο σκοτάδι. 

«Όχι το παιδί .... Όχι. Εμένα πάρε  Θεέ μου, άστο να ζήσει».  Τον ζαλώθηκε στη πλάτη και προσπαθούσε ψαχουλευτά  να βγει. Οι δυνάμεις του λιγοστές, όμως έπρεπε να τα καταφέρει. Ο φίλος του δεν θα αντέξει χωρίς τον μονάκριβό του. Έπρεπε να τον βγάλει.  Χώματα, πέτρες παντού. Άφησε κάτω τον Νικόλα και άρχισε απεγνωσμένα να σκάβει με τα χέρια.  Του μιλούσε πότε -πότε να νιώθει αν ζει. Και συνέχισε να σκάβει, ώσπου πια δεν άκουγε απάντηση του μικρού στο  κάλεσμά του. Ψαχουλευτά τον πλησίασε. Τον σκούντηξε. «Νικόλα ..... Νικόλα». Καμιά απάντηση.

« Θεέ μου δώστο μας πίσω». Τον πήρε αγκαλιά και μοιρολογούσε. Όλη νύχτα πάνω του να τον  κρατά ζεστό.  Βρεγμένος, ταλαιπωρημένος με  μόνη ελπίδα πλέον να τους βρουν οι άλλοι.  Έχασε την αίσθηση της ώρας. Παρακαλούσε να μη χάσει και τον Νικόλα.  Όταν άκουσε τις αξίνες  να προσπαθούν να τους απεγκλωβίσουν αναθάρρησε.

«Νικόλα κάνε κουράγιο. Έρχονται».

 Γρήγορες φτυαριές, φωνές απόγνωσης, τους άκουγε καθαρά. Σε λίγο θα τα είχαν καταφέρει.

«Γρήγορα το παιδί πάρτε έξω».   Κρύος ο μικρός. Μονάχα από την αγκαλιά του ήταν μια σταλιά ζεστός.   

«Μη φωνάζεις Μήτσο. Το παιδί έχασε το παιχνίδι με τη ζωή. Μοιραίο λάθος το δικό μας, μοιραίο το δικό του να μη φοράει κράνος. Ίσως να την είχε γλυτώσει». 

 Έσκουξε ο Μήτσος σαν κριάρι στη σφαγή «Νικόλα μου τι θα πω τώρα στον πατέρα σου. Πώς θα βγάλω τέτοια είδηση από το στόμα μου! Αχ αγόρι μου δεν με άκουσες!»  Ο Νικόλας σε ένα σανίδι επάνω με μάτια κλειστά ακούνητος.   

«Έλα μπάρμπα Μήτσο σήκω. Άφησε το Νικόλα σε εμάς». Το σήκωσαν το πήγαιναν  με το νεκροκρέβατό του. 

 Και ξαφνικά ... ... «Μήτσοοοοο. Μήτσο κουνιέται» άκουσε τον εργοδηγό.

 Τρέχει ο Μήτσος. Ίσα που ανοίγει τα μάτια ο μικρός, ίσα  τα κλείνει ο μπάρμπα Μήτσος.  Έσπασε η καρδιά του. Ο θάνατος διάλεξε. Θα πάρει τον μπάρμπα Μήτσο.  Λυπήθηκε τα νιάτα και την ομορφάδα αυτού του νεαρού ή μήπως τον άφησε να μαρτυρήσει με αργό θάνατο εκεί μέσα στις γαλαρίες του θανάτου! Χάρη ή τιμωρία;

«Τιμωρία λέω εγώ. Γι' αυτό σας λέω ακούτε τους μεγάλους δεν θέλουν το κακό σας» ψιθύρισε ο Νικόλας  και σκούπισε τα  δάκρυα που αυλάκωναν το χαραγμένο του πρόσωπο. Καυτά πάντα όταν διηγείται εκείνο το μοιραίο λάθος.  Με ένα αναστεναγμό  γύρισε από τις θύμισες. Η κόρη του, η εγγονή του, η γυναίκα του όλοι δίπλα του.

«Έλα Νικόλα μου, δεν ωφελεί. Σήκω να πάμε σπίτι μας. Να είσαι σίγουρος πως ο  μπάρμπα Μήτσος έτσι ήθελε να γίνει».

  Η γυναίκα του, του χάιδεψε το ροζιασμένο χέρι. Της χαμογέλασε.  Όλα μα όλα ..... τη ζωή  του ολόκληρη  τη χρωστά  σε εκείνον. «Ευχαριστώ άλλη μια φορά Μπάρμπα Μήτσο» είπε με το  χέρι στη καρδιά.  

    Ρημαγμένο το σπίτι του μπάρμπα Μήτσου δίπλα από το δικό του.  Η εικόνα έχει κάτι το λυπηρό, αλλά και μια περίεργη ομορφιά. Τα παιδιά των μεταλλωρύχων ρίζωσαν εκεί δίπλα από την σκουριά. Έκαναν και εκείνα παιδιά να τιτιβίζουν πως η ζωή συνεχίζεται, ακόμα και με το βάρος τόσων μοιραίων λαθών.

  

Μαρία Χανιώτου 17-3-2014 

Διαβάστηκε στο MAGIC RADIO LIVE ATHENS RADIO    

  


AΝΟΙΞΗ........ΜΑΡΙΑ ΧΑΝΙΩΤΟΥ....ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014 11:23 μμ |

                                                                       ΑΝΟΙΞΗ

Έκλεισε τα μάτια. Έγινε παιδί. Έτσι δραπέτευε από το σήμερα. Αυτό που την πληγώνει. Όμως εκείνη βρήκε τον τρόπο να ξεφεύγει.   Τι κι αν είχε να παλέψει όλη μέρα, έφτανε πια το βράδυ, το κατάδικό της βράδυ. Α! ναι μη ξεχάσει, να αλλάξει νερό  στο τριανταφυλλάκι της, κάθε βράδυ διάλεγε να το κάνει και αυτό. Μην έρθει και δεν το βρει! Έτσι  έκανε αρχή μιας διαδρομής που κρατούσε όλη νύχτα. Έπειτα δρομολογούσε τα όνειρά της. Όχι δεν άφηνε πια τους εφιάλτες να την ταράζουν. «Αρκετά  με εσάς. Δεν επιτρέπω πια να με ταλαιπωρείτε.  Σας πετώ σαν τρίχα από το γάλα.  Απόψε λέω  να ονειρευτώ. Μμμ!  Γίνομαι  αερικό,  στέκομαι στο σταυροδρόμι και περιμένω.   Όλο περιμένω. Απόψε θα σε συναντήσω ξωτικό. Καρτέρι θα σου στήσω και θα σε δω. Άνοιξη είναι, λουλουδιασμένος  ο κάμπος.  Απόψε θα σε έχω κοντά μου. Σε αναζητώ και θα σε φέρω εδώ, όπως θέλω εγώ. Γιατί ..... είμαι η  Ελβίρα θυμάσαι;»

Ξεχασμένο σε σεντούκι σκοτεινό κλειδωμένο   έξι  μήνες  τώρα. Μυστικός ο κόσμος του. Δεν ξέρει κανείς πως τα ξωτικά περιμένουν  και ποτέ δεν πεθαίνουν! Κάθε άνοιξη βγαίνουν. Βρίσκουν το ταίρι τους και μετά ξαναχώνονται στην παγωνιά του χειμώνα.  Όμως ... όμως τούτο το ξωτικό ψάχνει  το δικό του  αερικό. Όχι όποιο νάνε, αυτό που κάθε βράδυ μέσα στη σκοτεινιά του, ονειρευόταν πότε θα ερχόταν  άνοιξη να το δει.  Να το αγκαλιάσει και να ζωντανέψει το όνειρο. Σπονδή ας κάνει, να το βρει.  
«Ελβίρα .... αερικό» άλλη μια φορά αναστενάζει.  Άνοιξε το καπάκι και σιγανά ξεπρόβαλε. Μια νυσταγμένη ματιά  του φανέρωσε τον ολάνθιστο τόπο.  Οι ευωδιές το ξύπνησαν  για τα καλά.  Άκουγε τον χορό τους. Εκεί θα ήταν. Το ήξερε, εκεί στο σταυροδρόμι θα το συναντούσε. Για εκείνον, χορό είχε στήσει. Κάθε  χρόνο ίδια μέρα. Πρώτη Μάρτη τον περίμενε.

Ναι, το  αερικό  είχε στήσει χορό, κάλεσε  και τις νεράιδες όλες μαζί να βουτήξουν το μαντήλι  από το ξωτικό. «Τώρα θα κάτσεις εδώ. Για πάντα θα  σε φυλακίσω στον κόσμο μου» και με μιας του άρπαξε το μαντήλι.

« Δεν γίνεται αερικό μου. Ακόμα και κάτι δικό μου να έχεις,  εμένα δεν γίνεται να κρατήσεις κοντά σου.  Για λίγο θα παραμείνω.  Κατάρα από τα βάθη των χρόνων είναι, να έρχομαι σαν μπει η άνοιξη και μετά να χάνομαι πάλι στο σκοτεινό σεντούκι.  Άσε με όμως να ξαπλώσω κοντά σου. Να γεμίσω ζωή, από την ζωή σου. Ανάσταση και αθανασία  πάνω στο κορμί σου.  Λαχτάρα της ψυχής μου ποτέ μη ξημερώσει».

Στο σβήσιμο του έρωτα, πρώτο το αερικό σηκώθηκε από το κρεβάτι  των αναστεναγμών και πεισματικά είπε «Θα σε κρατήσω κοντά μου γιατί το θέλω. Θα κατέβω  στον κάτω κόσμο, χάρη να ζητήσω για μας».

«Όχι αερικό μη το κάνεις. Μάταια. Κανείς δεν γύρισε».

«Κανείς; Όχι και κανείς. Ξεχνάς   τον Ηρακλή, τον Θησέα  τον Οδυσσέα!»

«Όλοι είχαν βοήθεια από τους θεούς,  εσύ  μη το ξεχνάς».

«Και εγώ  έχω την αγάπη».

«Μικρούλα και φτωχή φαντάζει μπροστά στων θεών την δύναμη».

«Άσε να προσπαθήσω. Θέλει τόλμη, αν κάτι το αναζητάμε πολύ.  Θα παρακαλέσω τον θεό του σκότους,  να σε αφήσει κοντά μου».

«Τίποτα δεν θα καταφέρεις».

«Εγώ θα δοκιμάσω. Άσε με μονάχα. Η αγάπη μου θα νικήσει. Θα δώσω στον χάροντα την αγάπη μου για σένα οβολό, να με περάσει απέναντι».

«Αν δώσεις την αγάπη σου για μένα, θα την χάσουμε εκεί στα τάρταρα και πια δεν θα δικαιούμαι ούτε την άνοιξη να έρθω να σε ανταμώσω».

« Μείνε εσύ εδώ, κοίτα τον κάμπο, ρούφηξε καθαρό αέρα, ζέστανε το κορμί σου από τον ήλιο. Δεν θα αργήσω».

«Θα αργήσεις αερικό. Με αφήνεις μόνο!» Ψέλλισε με πόνο. Ήξερε πως πια δεν θα  ξαναδεί το αερικό του. Θα στοίχειωνε κάθε πρώτη Μάρτη. Άνοιξη πια δεν ξαναρχόταν στη γη».

Κι όμως   το αερικό  άκουσε της Σίβυλλας  την ορμήνια. «Τύλιξε με  χρυσό κλώνο  την αγάπη, μη μολευτεί, κόψε άλλο ένα   ζωντανή να διασχίσεις τον Αχέροντα και ζωντανή να γυρίσεις».

 Έσκισε την νύχτα και βρέθηκε στου ποταμού  την άκρη.  Παφλασμός από κουπιά ακούστηκαν. Ο  σκελετωμένος χάρος   κράτησε την βάρκα.

«Τι θες αερικό  εδώ; Τι ζητάς από μένα;

«Να με περάσεις πέρα να φτάσω στον Πλούτωνα, έχω να του πω».

«Εσύ δεν πεθαίνεις ποτέ, έχεις αυτή την τύχη και έρχεσαι στη βάρκα μου;»

 «Γιε του Ερέβους και της Νύχτας κρύψε το σφυρί σου».

«Με άδεια χέρια σε θωρώ».

«Ησύχασε.  Δεν είμαι σαν τον Μένιππο που δεν είχε να σε πληρώσει. Έχω χρυσό να σου δώσω».

«Δεν με ενδιαφέρει παρά ένας οβολός».

 Τότε έδειξε το χρυσό κλωνάρι που μέσα της έκρυβε την αγάπη.

« Ένα οβολό ζητώ, αλλά καλοδεχούμενος ο θησαυρός σου. Μπες στη βάρκα».

 Διέσχισαν, Σπηλιές, ομίχλη, καταρράκτες και ερημιά. 

« Γυναίκα εσύ πώς τόλμησες να εμφανιστείς μπροστά μου!»

«Ήρθα για την αγάπη ενός ξωτικού».

Ο Πλούτωνας γέλασε και είπε «Μου αρέσει αυτή η θρασύτητα στο βλέμμα. Γνωρίζεις βέβαια μπροστά σε ποιον θεό έχεις βρεθεί. Γνωρίζεις ακόμα, πως είσαι από τα πιο ευνοημένα πλάσματα του αδελφού μου του Δία. Ζεις αιώνια, και ακόμα έχεις το προνόμιο κάθε άνοιξη να έχεις το ξωτικό κοντά σου. Τώρα τι θες;»

«Δεν μου αρκεί».

«Παίζεις με μένα, καλό δεν θα σου βγει. Ακόμα και τον Ορφέα που λυπήθηκα, ήταν η τελευταία στάλα ελέους που μου είχε μείνει. Αλλά το τραγούδι του συγκίνησε μέχρι και εμένα».  

«Εγώ μπορώ να σου χορέψω θεϊκό χορό. Σαγηνεύει τα ξωτικά, σαγηνεύει τους ανθρώπους».

« Άντε να σε δω».

Χόρευε-  χόρευε ώρες ,μέρες,  το κορμί θρήνους να απαγγέλλει. Ασταμάτητα σε ξέφρενο ρυθμό. Την άφηνε να δει μέχρι πού θα έφτανε η αγάπη της για ένα ξωτικό!

Ο Πλούτωνας σκίρτησε. Τόση αγάπη; Χτύπησε το δίκρανο και φωνή έβγαλε «Κάθε νύχτα θα είναι δικός σου, θα γίνεστε ταίρι, κάθε αυγή θα είσαι άλλη».

  

  Στο πάτημα του  πάνω κόσμου, το αερικό άκουσε νταούλια και βιολιά. Ο Διόνυσος με μάσκα τριγυρνούσε ανάμεσα στο εκστασιασμένο πλήθος. Ήταν η μέρα που πραγματοποιούσε όσες χάρες του ζητούσαν οι θνητοί. Πλησίασε το αερικό.

« Μια θέλω και εγώ».

« Εσύ μόλις γυρίζεις νικήτρια από του Άδη τα μέρη! Ποτέ δεν είσαστε ευχαριστημένοι τελικά; Τι πιο πολύ μπορεί να αναζητάς»;

«Μια ολόκληρη μέρα να είμαστε λεύτερο ζευγάρι. Να βγούμε στους ολάνθιστους κήπους χέρι- χέρι. Σε παρακαλώ κάνε μου αυτή τη χάρη!»

« Ήρθες την κατάλληλη ημέρα. Ξημερώνει αποκριά. Ημέρα μασκαρέματος.  Φόρεσε τούτη τη μάσκα, δώσε και την άλλη στο ξωτικό σου. Μα σαν νυχτώσει καλά να κρυφτείτε.    Η μάσκα θα κρατήσει ενωμένους τους δυο κόσμους. Κρατηθείτε μαζί για μια ολόκληρη μέρα. Μια μέρα για μια ζωή».   

 Το αερικό άρπαξε τις μάσκες και έτρεξε ολόχαρο στο ξωτικό. Το βρήκε μαραμένο.  Δάκρυα χάραζαν τα μάγουλά του μουρμουρίζοντας «Αερικό δεν θα σε  ξαναδώ!»

«Εδώ είμαι αγαπημένε μου» Και αμέσως του φόρεσε τη μάσκα, ενώ του εξιστορούσε  τις εντολές.  «Άλλη θα γίνομαι και άλλος εσύ. Δικαίωμα έχουμε ηλιαχτίδα να αγγίξει τα μαλλιά μας μια μέρα μοναχά. Μια μέρα για μια ολόκληρη ζωή. Όμως κάθε βράδυ θα ανταμώνουμε» κατέληξε  το αερικό και κάθισε σιμά του.

 Το ξωτικό το τράβηξε στην αγκαλιά του. «Κάθε βράδυ θα ξεδιψώ με τα φιλιά σου. Κάθε αυγή θα σε αναζητώ. Όλα θα σε θυμίζουν, ως να' ρθει πάλι το σκοτάδι».      

Η Ελβίρα γύρισε πλευρό. «Αφήστε με να ονειρευτώ» ψέλλισε. Το σπίτι άδειο από το ξωτικό. Μα καλά όλη νύχτα ήταν εδώ! Δεν μπορεί. Με είχε αγκαλιά. Να και το σημάδι που μαρτυράει πως δεν έχασα τα μυαλά μου. Το ρολόι συνέχιζε να χτυπά. Η Ελβίρα πετάχτηκε. Αργοπορημένη όπως πάντα. Ας μη ξημέρωνε ποτέ. Να μην είχε να κάνει όλα εκείνα τα άχαρα καθημερινά. Τα παιδιά φώναζαν έξω από το παράθυρό της. Στεφάνια είχαν στα μαλλιά και λουλούδια στα χέρια. «Πρώτη μέρα άνοιξης. Ας είχα την καρδούλα αυτών των παιδιών!» μουρμούρισε.  

Πήρε τις μνήμες της και βγήκε από το σπίτι. Τον πήρε μαζί της. Έτρεχε δώθε κείθε και εκείνος εκεί, να επιμένει, να υπάρχει, στο μυαλό της να κατοικεί. 

  «Ξωτικό θα υπάρχεις, όσο θα υπάρχω και ας βαδίζουμε σε δρόμους χωριστούς.  Κάθε βράδυ θα  σε ανασταίνω και ας  πέφτω κάθε πρωί σε νάρκη   της ζωής».

 Ποια είναι η αλήθεια και ποιο το παραμύθι δεν θα ρωτήσω. Όταν γράφουν ιστορία οι άνθρωποι, τα παραμύθια παραμένουν παραμύθια.  Ως να΄ρθει η νύχτα να ζήσω το δικό μου παραμύθι. Να ονειρευτώ απ'  την αρχή.  Και τότε σαν να άκουσε «Να με σκέφτεσαι μ' ακούς;»

«Και εσύ μ' ακούς;»

 «Σε ακούω χαρά μου».

« Σκιά μου εσύ, υπάρχεις λοιπόν!»  

Μαρία Χανιώτου 1-3-2014 Καλό μήνα.

Διαβάστηκε από τον διαδικτυακό σταθμό Magic radio live athens radio  Μια Δευτέρα.


Mια θυσία ...... Ιστορίες της Δευτέρας.... τι κι αν είναι Τρίτη

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014 11:54 μμ |

                                                         ΜΙΑ ΘΥΣΙΑ

Η ασπρομάλλα  Εριφύλη  έσυρε τα βήματά της .   Στηρίχτηκε στην πορτούλα και έριξε μια ματιά κάτω στο απέραντο γαλάζιο, από εκεί ψηλά στο βουνό της.  Η θωριά της κράτησε  πεζούλες  με ξερολιθιές, μια ελιά να παλεύει να αντέξει στο ξεροβόρι, σμυρτιές, φρύγανα  και  ατέλειωτο χώμα. Το αγαπημένο της χώμα. Και   κατάκορφα γραπωμένο  ένα και μοναδικό σπιτάκι επάνω στην πέτρα.  Το δικό τους. Έκλεισε  αργά την αυλόπορτα.  Πρόλαβε και τρύπωσε ο γάτος απαιτώντας τα χάδια της. Η κυρά του σήμερα δεν είχε όρεξη. Δεν του έκανε χαρές. Αμίλητη και σκοτεινή.  Προκαλούσε το χάδι της, εκείνη τον προσπερνούσε.  Η Εριφύλη  άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τον βασιλικό της. Ευωδιά έφερε. Ευωδιά και μνήμες. Μνήμες .....

 Η Εριφύλη και ο Οδυσσέας,  χαρούμενοι, να κυλιούνται στα χωράφια, να παίζουν, να δίνουν όρκους αιώνιας πίστης.

« Αν είσαι όνειρο μη ξημερώσει και χαθείς» ψιθύρισε ο Οδυσσέας.

«Ακόμα αναρωτιέσαι ;»

«Ακόμα.»

«Μην αναρωτιέσαι. Θα ζήσουμε μια ζωή μαζί» κατέληξε η Εριφύλη και σφράγισε τα λόγια της με μια δυνατή αγκαλιά.

Και μετά  συννεφιασμένοι. Έτρεχαν. Πού πήγαιναν;  Χέρι -χέρι δυο νέοι  με θολή την ματιά πάνω σε ένα βράχο έτοιμοι για το μεγάλο πήδημα στον αιώνιο ύπνο.   

«Σε αγαπώ πολύ.»

«Εγώ να δεις.»  Έκλεισαν τα μάτια και έγειραν  το κορμί τους. Μια τελευταία αγκαλιά.     Στράγγισαν  και την ύστατη  στάλα ζωής σε ένα απελπισμένο φιλί.  

 Η Εριφύλη  έκατσε στη πεζούλα. Πάντα όταν ανέτρεχε σε αυτή τη μνήμη, το ρίγος κυρίευε το κορμί της. Θυμόταν καλά, ναι το έβλεπε ολοζώντανα το χάος κάτω και ας έχουν περάσει  πενήντα πέντε ολόκληρα χρόνια. Κράτησε τον πανικό.  Αλληλοκοιτάχτηκαν πανικόβλητοι. Στάθηκαν.  Φοβήθηκαν. Φοβήθηκαν ή τους τράβηξε η αγάπη τους στη ζωή!  Άνοιξαν τα μάτια. Ήταν ακόμα πάνω στο βράχο. Ξαφνικά όπως ήρθαν αποφασισμένοι να δώσουν τέλος στη ζωή τους, γύρισαν και έφυγαν πιασμένοι σφιχτά από το χέρι. Κάθισαν στο πρώτο καφενεδάκι.

 Η Εριφύλη έβλεπε σαν ταινία εκείνη και τον Οδυσσέα δυο νέους, να έχουν κοντέψει  ο ένας το πρόσωπο του άλλου και να μιλάνε. Τους άκουγε καθαρά.

«Και τώρα είμαστε μόνοι Εριφύλη. Κανείς δεν θα μας θέλει. Δεν θα βρούμε πουθενά να στεριώσουμε.»

«Αν είχα στα χέρια μου την αδελφή μου!»

«Μη την κατηγορείς.»

«Ήξερε Οδυσσέα πως αγαπιόμαστε. Εμείς είμαστε το πρώτο ζευγάρι. Πώς να την δικαιολογήσω! Ας με ρωτούσε.»

«Ξεχνάς πως είναι κατοχή; Γράμματα δεν φτάνουν γρήγορα.»

«Ακριβώς γρήγορα. Όχι όμως ποτέ.  Ας περίμενε.  Πήγε, έκανε τον γάμο με τον αδελφό σου και τώρα   η εκκλησία δεν μας παντρεύει.  Άκουσες τι είπε ο παπάς;  Αν γινόταν λέει  την ίδια μέρα το μυστήριο  δεν θα υπήρχε πρόβλημα.  Αυτά είναι τα παλαβά της εκκλησίας. Λες και έχουμε εμείς συγγένεια!  Το γράμμα όμως από τους γονείς μου ήρθε.Οηύτε  να μας δουν θέλουν, ούτε να μας ξέρουν.  Οδυσσέα,  αφού έτσι θέλουν άκου με καλά. Από αυτή τη στιγμή παύω να λέγομαι Κεχαγιά  και λέγομαι Ασημάκη.»

«Το επίθετό μου Εριφύλη;»

«Ναι αγαπημένε μου.  Εριφύλη  Ασημάκη από τούτη τη στιγμή.»

 Και έκανε τον γάμο η Εριφύλη εκεί δα στο καφενεδάκι. Μετάλαβαν από το ίδιο  ποτήρι, έδωσαν  όρκους αγάπης  και το περαστικό χελιδόνι τους ονόμασε  ζευγάρι.

Ο Οδυσσέας έκοψε ένα κλωνάρι αγιόκλημα και το έδωσε στην αγαπημένη του.

«Φτωχή  ανθοδέσμη  σου προσφέρω, όμως να ξέρεις πως στα πέντε χρόνια θα χαμογελάς  με όσα θα έχουμε πετύχει, στα δέκα θα γελάς με την καρδιά σου και για πάντα  θα είσαι ευτυχισμένη.

Η ζωή τους άναψε φωτεινό φάρο.  Θα συνέχιζαν με όποιο κόστος. Η αγάπη αυτή δεν έπρεπε να χαθεί.

«Μέχρι τάφου.»

«Μέχρι τάφου ...» όρκος και θυσία  σφραγίστηκαν  με ένα φιλί ... ... Η Εριφύλη   θυσίασε τα πλούτη της,  τους δικούς της, τον περίγυρό της. Γιατί  όλα μα όλα ήταν για εκείνη ο Οδυσσέας. Μια θυσία για μια ζωή.  Ο Οδυσσέας δεν ένιωθε θυσία, παρά έστησε ένα βωμό και έβαλε την μικρή του αγάπη. Να την προσκυνά για πάντα.

Ο γατούλης νιαούρισε θλιμμένα. Η κυρά του είχε ξαπλώσει εδώ και δυο ώρες  και δεν σηκωνόταν. Ούτε τον τάισε, ούτε του άλλαξε  νερό . Ανέβηκε επάνω στο κρεβάτι.

Η Εριφύλη  με μάτια κλειστά  παρέμενε στο ταξίδεμά της.  «Οδυσσέα μου» ψέλλισε.

  Στο μαξιλάρι ένιωθε  ακόμα την μυρωδιά των νιάτων  τους. Όταν ήταν ένα σώμα μια ψυχή, επάνω σε αυτό το ίδιο κρεβάτι.  Την πονάνε όλα αυτά.  Όχι ότι έζησε με τον Οδυσσέα, αλλά όσα δεν θα ζήσει πια.  Ένα ανοιγόκλειμα  ματιών  ήταν η ζωή. Πότε ήταν παιδί, πότε μεγάλωσε στην αγκαλιά του Οδυσσέα! Γύριζε ο χρόνος και εκείνη χωμένη εκεί. Εκεί που την έκρυβε εκείνος και δεν ήθελε να την ανοίξει. Κανείς άλλος να μη την δει. Να'  ταν μοναδικά δική του.

Στάθηκε στις φωτογραφίες των παιδιών της στον απέναντι μπουφέ.  Η κορούλα της έχει και εκείνη κόρη. Πώς πέρασαν τα χρόνια; Και ο γιος   της χαμογελά επάνω σε ένα πλοίο για Πάρο. Την αγαπημένη όλων Πάρο. Την γη που την πότισε χαρές, μα και τόσες πίκρες!  Εκεί  γεννήθηκε η αγάπη της με τον Οδυσσέα, εκεί και να θαφτεί. Τα χρόνια στην Αθήνα  φάνταζαν πολλά. Κυνηγημένοι από τους δικούς τους, από τον περίγυρο, από την εκκλησία.  Ζεσταμένοι μόνο από  την αγάπη τους, θέριεψαν  και κρατήθηκαν με αυτή  όλα τους τα χρόνια. Ήταν μόνοι επάνω στο πλοίο, μέχρι που κύλησαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια.

Όταν άσπρισαν τα μαλλιά τους ο Οδυσσέας αγκάλιασε με την ματιά του την αγαπημένη του και είπε.  

«Θα έρθεις να πάμε στο βουνό μας; Εκεί να πεθάνουμε Εριφύλη.»

« Και να αφήσουμε τα παιδιά μας ;»

«Εκείνα έχουν πάρει τον δρόμο τους. Ότι ήταν να τους προσφέρουμε το κάναμε. Πάμε να πεθάνουμε πια ήσυχοι. Ο Θεός και το βουνό. Και εμείς μικροί θεοί με την αγάπη μας.

Διχάστηκε η Εριφύλη.  Στα νιάτα της, όταν το κορμί ζητούσε απεγνωσμένα τον Οδυσσέα, δεν είχε  σταθεί να μετρήσει. Όμως τώρα γιατί το μετρούσε για θυσία!  Τα παιδιά της ή εκείνον! Τους ήθελε όλους. Όμως  τον έβλεπε, ήθελε να πάει στο βουνό του. Δεν άντεχε άλλο τους  ανθρώπους που τον πόνεσαν τόσο πολύ.   Αποχαιρέτησε τον  πολυαγαπημένο της γιο, φίλησε την κόρη της, είπε αντίο στην Αθήνα και κίνησε για το νησί.  Θυσία για τον όρκο στην  αγάπη του Οδυσσέα.

«Μέχρι τάφου δεν είπαμε Εριφύλη;

« Μέχρι τάφου» απάντησε η Εριφύλη και ακολούθησε τον όρκο της.

«Πού είναι το κορίτσι μου;» φώναζε απ' έξω ο Οδυσσέας. Για εκείνον η Εριφύλη ήταν το κορίτσι του. Δεν έβλεπε ρυτίδες,  δεν είχε σβήσει ποτέ εκείνο το κορίτσι  που αγάπησε στα δεκαέξι του χρόνια. Σαν να μη  πέρασε μια μέρα.

«Εριφύλη» ξαναφώναξε σαν δεν την είδε να τον προϋπαντεί όπως κάθε μέρα.

«Εριφύληηηη» ούρλιαξε μόλις  την αντίκρισε στο κρεβάτι. Της έπιασε το χέρι. Ένιωσε το σπαρτάρισμα μέσα στη χούφτα του και την Εριφύλη να του ψιθυρίζει  «Μέχρι τάφου Οδυσσέα.»

Ο  Οδυσσέας φύτεψε κυπαρίσσι στον τάφο της και ένα κάλαμο. Να  βεργολυγά    ο κάλαμος να φυλά το κυπαρίσσι.    

Αφιερωμένη στις μεγάλες αγάπες. Παρακαλώ .... όχι στους μεγάλους έρωτες παρά στις μεγάλες αγάπες.  Μαρία Χανιώτου 16-2-2014

 Διαβάστηκε στο Μαγικό ραδιόφωνο