Θα ήθελα να σας παρουσιάσω τη μακέτα του επόμενου πνευματικού παιδιού μου.Το βαφτίσαμε"ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΣΕΣΜΕ".Του φορέσαμε τα καλά του και το φωτογραφήσαμε.Τώρα πλέον είναι στον κάθε ανγνώστη ο λόγος. Μέχρι εδώ εγώ.Θα επιθυμούσα τη πρώτη εντύπωσή σας. Τα υπόλοιπα......έπονται.
Η Μαριγούλα και η Τασούλα δέκα και οκτώ χρονών αντίστοιχα, λαχταρούσαν την πολυπόθητη μέρα τους. Ένα χρόνο προσμένανε πότε θα φτάσει η Μ. Πέμπτη. Ζούσαν, μιλούσαν και καρτερούσαν αυτή τη χρονική στιγμή, που ήταν τόσο σημαντική για τα μικρά κορίτσια. Έκαναν σχέδια μαζί με τις μεγάλες κοπέλες του χωριού για τον στολισμό του επιτάφιου της Αγίας Τριάδας, έχοντας τη γιαγιά τους Αργυρώ για ρυθμιστή των εργασιών.
«Μη περιμένετε τελευταία στιγμή να πάτε στο ποταμό να δείτε αν έχουν βγει φέτος κάλες. Να δούμε τι θα κάνουμε αν δεν φτάσουνε.» Προέτρεπε τις μικρές, μέρες πριν το μεγαλοβδόμαδο, ενώ έλεγχε τις τριανταφυλλιές της. Μετρημένα τα τριαντάφυλλα, κατακόκκινα, κανείς δεν τολμούσε να κόψει από τo αναρριχόμενο φυτό και ας ήταν μπρος στην αυλή της. Όλοι το θαύμαζαν, κοντοστεκόταν, μα αλίμονο αν τσάκωνε κανένα να γλυκοκοιτάζει τα άνθη.
« Κάντε μου τη χάρη και περπατάτε. Είναι για τον επιτάφιο. Μη τολμήσετε και αγγίξετε χέρι πάνω τους» φώναζε από το παραθυράκι της κουζίνας.
Ξύπνησαν από τις βροντές οι αδελφές. Γύρισε η μια στην άλλη και στο βλέμμα τους φάνταζε η απορία. «Πώς θα πάμε στον ποταμό! Θα έχει κατεβάσει τόσο νερό! Δεν θα μπορούμε να περάσουμε» σχολίαζε η μικρή Τασούλα.
« Θα πάμε από το γεφύρι» την καθησύχαζε η Μαριγούλα.
«Ξέχασες πως το πήρε η πλημμύρα και ακόμα δεν το έχουν φτιάξει;»
«Ναι. Αλλά εμείς θα πάμε γύρω-γύρω.» Πρότεινε η Μαριγούλα σαν πιο μεγάλη, ενώ σκεφτόταν πόσο δίκιο είχε η αδελφή της, αλλά δεν της το μαρτυρούσε.
Πρώτη φορά που η γιαγιά έδειχνε και εκείνη προβληματισμό και δεν φώναζε να σηκωθούν οι εγγονές της και να τρέχουν κατά τον ποταμό. Πού θα τα έστελνε τα μικρά να πνιγούν; Τους ετοίμασε το τσάι τους, έβαλε ελιές, παξιμαδοκουλούρες στο τραπέζι και όλο έριχνε κλεφτές ματιές έξω από το τζάμι. Ήταν η χαρά των κοριτσιών με το τσουβάλι στα χέρια να ροβολούν στη πλαγιά να κατεβαίνουν στις ρεματιές, εκεί που κάθε χρόνο έβγαιναν οι κάλες. Περίμεναν το νερό να θεριέψουν τα φυτά να στέκονται οι μίσχοι τους δυνατοί στα τέσσερες κολώνες του επιτάφιου.
«Είπαμε να βρέξεις Θεέ μου, όχι και να μας πάρεις» μουρμούριζε η γιαγιά Αργυρώ. Πλησίασε τις μικρές γύρω από το τραπέζι προσπαθώντας να τους δώσει το χαμόγελο στα μαραμένα προσωπάκια τους λέγοντας «Ακούτε μια ιστορία να περάσει η ώρα και θα δείτε πως θα περάσει η κακοκαιρία. Παρακαλάτε να σταματήσει το νερό και μέσα σε μια ώρα, θα έχουν ηρεμήσει τα ποταμάκια.» Η γιαγιά ήπιε μια γουλιά νερό σαν να ξεδιψάσει, μα η αλήθεια ήταν πως έδινε κουράγιο στον εαυτό της με τόση χαλασιά έξω. Δοκίμασε να χαμογελάσει κοιτώντας τις εγγόνες της, τα κατάδικά της λουλούδια. Άρχισε με αργόσυρτη φωνή « Ένα κοριτσάκι χάθηκε στο δάσος. Περιπλανήθηκε πολύ, ώσπου είδε τρεις φλογίτσες. Τις πλησίασε και έβαλε τα χεράκια του να ζεσταθεί μια και ήταν κακοκαιρία όπως τώρα μικρά μου. Μα η φλογίτσα αμέσως έσβησε λέγοντας 'Με λένε Ειρήνη, αλλά αφού δεν υπάρχει στον κόσμο σβήνω.'»
«Το κοριτσάκι πλησίασε τη δεύτερη φλόγα με τα χεράκια του, αλλά και αυτή έσβησε ενώ ψέλλιζε 'Με λένε Αγάπη, αλλά αφού δεν υπάρχει στον κόσμο αγάπη σβήνω.'
Το κοριτσάκι αναστατώθηκε. Του είχε μείνει μια φλόγα και δεν τολμούσε να πλησιάσει τα κρύα χεράκια του μη σβήσει και αυτή. Τουλάχιστον έτσι έβλεπε μέσα στο σκοτάδι. Τότε άκουσε την τρίτη φλογίτσα να ψιθυρίζει. 'Με λένε Ελπίδα και ποτέ δεν θα σε εγκαταλείψω.'»
Η γιαγιά παρέμεινε σκεφτική για λίγο, πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε «Έτσι και εμείς καλά μου ας έχουμε ελπίδα θα σιάξει ο καιρός, θα καταφέρετε να πάτε και αύριο θα γελάμε σαν βλέπουμε τον στολισμένο επιτάφιο με τους σημερινούς φόβους μας. Οι μικρές δεν έβγαλαν άχνα, μονάχα κόλλησαν τη μυτούλα τους στο τζάμι βγάζοντας δάκρια ικεσίας, να σταματήσει η βροχή να μη χαλάσει η πιθυμιά τους. Κουράστηκαν να τριγυρίζουν μέσα στο σπίτι, απαρηγόρητες ξάπλωσαν στα κρεβάτια τους, μετατρέποντας τα παρακάλια τους σε θυμό, σε απόγνωση σε αδιέξοδο. Όλα τα συναισθήματα ανεβοκατέβηκαν στις ευαίσθητες καρδούλες τους. Ξαποσταμένες τις πήρε ο ύπνος χωρίς να βάλουν μπουκιά στο στόμα τους, παρά τα καλόκαρδα λόγια της γιαγιάς να μη στεναχωριούνται και θα φτάσουν τα δικά τους τριαντάφυλλα.
« Θα φέρει όλο το χωριό λουλούδια μη σκάτε» κατέληγε η κυρά-Αργυρώ.
Δεν τις ένοιαζε αν θα έφερνε όλο το χωριό λουλούδια εκείνες είχαν αναλάβει κάτι και δεν θα το πραγματοποιούσαν, γιατί άνοιξαν οι ουρανοί. Τους στέρησε το όνειρο όλου του χρόνου. Πόσες και πόσες νύχτες κάτω από τα σκεπάσματα έκαναν σχέδια, πού θα πήγαιναν για να μαζέψουν όσο πιο πολλές γινόταν!
«Μαριγούλα, Τασούλα τι επάθατε και είσαστε στο κρεβάτι τέτοια ώρα!» Άκουσαν τη φωνή της μάνας τους ελαφρά να τις μαλώνει, μα να ξεχειλίζει η αγωνία μη επάθανε κακό τα κορίτσια της. Οι μικρές ανασηκώθηκαν και είδαν τη μάνα στο προσκέφαλό τους με ένα χαμόγελο ήλιο στο πρόσωπό της. Έτριψαν τα μάτια τους μη και ονειρεύονταν. Ο ήλιος δεν ήταν μονάχα το γέλιο της μάνας τους, αλλά έξω από το παράθυρο τους κρυφογελούσε, τους έκλεινε το μάτι στέλνοντας τα τεράστια χέρια του ακτίνες να τις χαϊδέψει.
«Μανούλα, μανούλα πόσο σε αγαπάμε. Ήρθες και έφερες τη χαρά.»
«Εσείς είσαστε οι χαρές για μένα.» Είπε η μάνα δίχως να καταλαβαίνει την έκρηξη αγαλλίασης των παιδιών της, τη στιγμή που ντυνόταν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. «Μα τι επάθατε γιατί κάνετε έτσι; Πού πάτε καλέ;» Ίσα πού πρόκαμε να βγει στο κατώφλι, να τις δει να τρέχουν κατά την ρεματιά με το τσουβάλι στο χέρι της μεγάλης.
«Ρώτα τη γιαγιά» φώναξαν καθώς χάνονταν. Ο πατέρας έμπαινε στο κατόπι τους σαν είδε τη γυναίκα του να απορεί και τη μάνα του να εξηγεί. «Παιδιά μου όλο το πρωί έβρεχε στο χωριό. Τα κορίτσια ήταν καταστεναχωρεμένα, πως δεν θα γίνει κατά πως τα είχαν σχεδιάσει με τα λουλούδια του επιτάφιου. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι νερό κατέβασε!»
«Καλά άλλος Θεός είναι εδώ! Στη Παρκοιά δεν έριξε ψιχάλα.»
«Ίσα κι όμοια είναι τα βουνά των Λευκών με τη Παρκοιά. Η θάλασσα γλυκαίνει τον καιρό, εδώ πάνω θα μας χώσει η καταχνιά.» Έριξε μια ματιά πέρα στα βουνά είδε τα σύννεφα να κυλάνε στο στερέωμα και συμπλήρωσε « Μα δεν περίμεναν λιγάκι να καταλαγιάσουν τα νερά. Ακόμα θα τρέχουν οι πεζούλες.»
«Μη φοβάσαι μάνα. Αυτά είναι αγριοκάτσικα. Αν το κάναμε εμείς που είμαστε καθισμένοι όλη μέρα στο γραφείο, τότες να ανησυχούσες. Άστα στο όνειρό τους μάνα. Άστα. Για λίγο καιρό ακόμα θα σεργιανούν με τα φτερά του.»
«Στο χέρι τους είναι να μη διαλέξουν εργασία κλεισμένα στα κλουβιά»ξεσπάθωσε η κυρά Αργυρώ.
«Και σαν τι θα μπορούν να κάνουν, στις αγαπημένες μας δεν λέω Λεύκες.»
«Έχω τις οικονομίες μου, να χτίσουν δωμάτια για τους ξένους ...;. ώωω τι μου λες τώρα ακόμα δεν βγάλανε το δημοτικό.»
«Τρέχει μάνα ο καιρός δεν το κατάλαβες;»
Η γηραιά κυρία έριξε μι φευγαλέα ματιά στο καθρέφτη, ίσα που χρειάστηκε για να δει τον χρόνο να έχει κάτσει πάνω στο άσπρο της κότσο.
«Εγώ δεν το κατάλαβα παιδί μου!» είπε με τρεμουλιαστή φωνή. « Μα να λέω να εμφυσήσουμε σε αυτά τα παιδιά να σπουδάσουν, να εξελιχθούν με τη μόρφωσή τους αλλά να έρθουν να ριζώσουν εδώ. Τα καινούργια μυαλά είναι πάντα χρήσιμα σε ένα τόπο. Τόσες εργασίες υπάρχουν που μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια την οικογένειά τους. Τι έχει να ζηλέψει το χωριό μας μου λες; Αν εμείς δεν το βγάλουμε από αυτή τη μοίρα τότε καλά να πάθουμε να μας λένε χωριάτες και να μας φεύγουν τα παιδιά μας. Στο χέρι μας είναι να το πετύχουμε. Σιγά-σιγά ας γίνουμε εμείς οι πρωτοπόροι μιας νέας εποχής κόρη μου.»
«Μάνα με εκπλήσσεις. Ποτέ δεν μου έχεις μιλήσει έτσι.»
«Τα Άγια Πάθη του Χριστού φαίνεται με φώτισαν να μιλήσω για πρώτη φορά έτσι, αλλά νάσαι σίγουρη πως δεν θα είναι η τελευταία. Θα καταβάλω κάθε προσπάθεια να δω τις εγγονές μου να δημιουργούν στον τόπο τους.»
«Νομίζω παρασυρθήκατε κυρίες μου. Οι κοπέλες πήγαν και ήρθαν και εσείς ακόμα μιλάτε» διέκοψε τους συλλογισμούς μάνας και κόρης, ο γκριζομάλλης πατέρας.
«Ήταν υπέροχα γιαγιά» φώναζαν από μακριά οι μικρές, ενώ έδειχναν το γεμάτο τσουβάλι τους.
«Σιγά-σιγά θα τις σπάσετε. Θα κόψουμε και τριαντάφυλλα και απόψε μετά τη Σταύρωση θα παραμείνουμε στην Αγία Τριάδα. Θα είμαστε όλοι εκεί»
Το πρωί μόλις έμπαιναν οι προσκυνητές, η πρώτη ματιά τους ήταν στον ολάνθιστο επιτάφιο. «Θαυμάσιος. Εφέτος είναι καλύτερος από κάθε χρονιά» ψιθύριζε ο ένας στον άλλον. Η Μαριγούλα και η Τασούλα μυροφόρες με τα καλαθάκια γεμάτα λουλούδια στα χέρια διέσχιζαν το εκκλησίασμα να πάνε να στηθούν δίπλα στον Σταυρό. Έκλεισε η μια το μάτι της άλλης και χαίρονταν που συνέβαλαν και εκείνες σε εκείνο το έργο τέχνης. Κρυφογέλασαν και στη γιαγιά που τις καμάρωνε από μακριά. Σαν έσκυψε να προσκυνήσει τον Εσταυρωμένο πλησίασε όσο πιο κοντά γινόταν για να ακούσουν μόνο αυτές «Είδατε που δεν πρέπει να χάνουμε την ελπίδα μας; Τι σας έλεγα πως θα γελάμε σαν θυμόμαστε την περιπέπειά μας!»
«Θα προσέχουμε τη φλογίτσα της 'ελπίδας' γιαγιά» μουρμούρισαν τα παιδιά και πήραν πάλι το σοβαρό τους ύφος.
«Μη την αφήσετε κοκόνες μου να σβήσει ποτέ» κατέληξε η κυρά Αργυρώ ενώ έκανε το σημείο του Σταυρού και απομακρυνόταν δακρυσμένη.
Η πρώτη προσπάθεια της δημιουργού πολύ πετυχημένη. Διακρίνεται το ταλέντο, η γρήγορη σκέψη και το πηγαίο συναίσθημα. Συμπυκνωμένα νοήματα. Δυνατοί διάλογοι. Μας θυμίζουν τον φίλο, τον γείτονα, ΕΜΑΣ. Ακουμπάει θέματα που μαστίζουν πολλούς συνανθρώπους μας, όπως της χρήσης αλκοόλ, που διαλύουν οργανισμούς και οικογένειες. Τυχερός όποιος έχει ένα χέρι απλωτό. Αν το αρπάξει θα σωθεί, αν το αφήσει να προσπεράσει θα χαθεί.
'Δεν μ'ενδιαφέρει η κατάλληλη στιγμή!"του φώναξε. Ήθελε να τον πονέσει όπως εκείνη πόναγε τόσο καιρό δίπλα του. "Εσύ, νομίζεις ότι είναι μόνο το ποτό, νομίζεις ότι όλα θα γίνουν όπως παλιά. Το ποτό ήταν το κερασάκι στη τούρτα το κατάλαβες, δεν γίνεται με μας τίποτα. Θέλω να φύγεις."Ήταν σίγουρη πια. Τώρα θα έφευγε, τώρα ήξερε. Θα την σιχαινόταν που του το έκανε αυτό. Η αλήθεια ήταν ότι εκεί πόνταρε, γι' αυτό και η μεγάλη αποκάλυψη. Η καρδιά του Παύλου σκίστηκε και η περηφάνια μάτωσε. Το ήξερε καιρό, ήταν αλλιώς όμως να του το πει, να το ακούσει από την ίδια. Δεν τον αγαπούσε πια.
Ένα άλλο θέμα που νομίζω πως δεν θα γεφυρωθεί ποτέ είναι οι σχέσεις ανάμεσα σε αλλόθρησκους πόσο μάλλον αν ο ένας από τους δυο είναι.... Τούρκος.
Τρελλάθηκε!Μα επιτέλους θα είχε την ευκαιρία να τον δει. Η ιδέα, την ανέβασε πάρα πολύ. Ήταν τόσο ευτυχισμένη. Δεν ήξερε πώς να το πει όμως στην Αφροδίτη. Θα δεχόταν να έρθει κάποιος άγνωστος μαζί τους ; Και μάλιστα ..... Τούρκος!
Επίσης εξυμνεί τη φιλία.
Η Μυρτώ και και η Αφροδίτη ήταν δυο ψυχές δεμένες, ήταν γραφτό να βρεθούνε, να γίνουν φίλες να στηρίξουν η μια την άλλη.
Εγκλωβισμένη η ηρωίδα στην καθημερινότητα.Νόμισε πως μπορούσε να ξεφύγει με άνοιγμα των φτερών της εκτός του σπιτιού της. Θα παλέψει ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα.Ανάμεσα στα θέλω και τα πρέπει. Ανάμεσα στους ηθικούς νόμους. Θα γίνει ράκος, θα τα καταφέρει.....να τα βρει με τον εαυτό της;
ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ
Είναι αλήθεια ότι η μοίρα παίζει περίεργα παιχνίδια. Είναι αλήθεια, ό, τι σου φέρνει στο δρόμο σου, ανθρώπους και καταστάσεις που δεν περιμένεις. Κάποτε πίστευα ότι η μοίρα την φτιάχνεις μόνος σου... μετά όμως από το περσινό καλοκαίρι κατάλαβα πως, ότι είναι να γίνει ας γίνει. Ακολουθείς τον δρόμο που σου δέιχνει χωρίς να σκεφτείς, σαν το μονοπάτι που είναι χαραγμένο και σε περιμένει να το διαβείς. Σαν να περιμένει μόνο εσένα, κοιτάς πίσω και δεν βλέπεις τίποτα μόνο τη διαδρομή βλέπεις..... Τη διαδρομή με σκοπό να ζήσεις το ταξίδι που σου προσφέρει απλόχερα. Δεν φοβάσαι αν θα πληγωθείς, αν θα ταπεινωθείς το μόνο που σε ενδιαφερέι είναι να ζήσεiς ίσως ακόμα και τη ζωή που ποτέ δεν έζησες. Να κάνεις πράγματα που ποτέ μέχρι τότε δεν είχες σκεφτεί.... ή δεν τόλμησες. Δεν μετανιώνεις, φτάνεις στον προορισμό σου. Θες να συνεχίσεις, θες να κάνεις κι άλλο ταξίδι να το ξαναζήσεις, να το ξαναγευτείς. Μετά έρχεται το αδίστακτο πρόσωπο της ίδιας μοίρας που σε οδήγησε στο ταξίδι, και τότε όλα ανατρέπονται. Δεν θες να ακολουθήσεις, θες να πεις όχι, ένα τρανταχτό όχι, τρανταχτό μπας και αλλάξεις τα δεδομένα του σκληρού δίσκου της μοίρας σου.....Κοιτάς τα κομμάτια σου προσπαθείς να τα μαζέψεις χωρίς να δουν οι άλλοι ότι έχουν σπάσει. Γίνεσαι σκληρός με ανθρώπους που μέχρι πριν μέρες ορκιζόσουνα ότι δεν θα άφηνες ποτέ. Κλαις, φωνάζεις σιωπηλά να μη σε ακούσουν και σε κρίνουν. Να μην δουν τον πόνο σου, ποιος άλλωστε θα σε καταλάβει ποιος θα σε νιώσει. Κανείς! Λες πραγματα που δεν στέκουν στα άτομα που αγαπάς, ενώ θέλεις να γίνουν όλα όπως τα είχες φανταστεί, να πεις συγγνώμη, να φωνάξεις να ουρλιάξεις...μα.....όχι, δεν γίνεται, πρέπει να αποδώσεις σωστά το ρόλο που σου έχουν αναθέσει. Για σένα, να μην κυλήσεις ξανά, για να μην δώσεις περιθώρια να σου αλλάξουν την γνώμη.... γυρίζεις στην βάση σου. Κάθεσαι στον δηληρηριασμένο θρόνο σου. Πονάς, μα οφείλεις, να μη κοιτάξεις ξανά μπροστά. Πρέπει να στηρίξεις αυτό που μέχρι τώρα σου έτρωγε τη σάρκα.... Ο πόνος μεγάλος, το φορτίο βαρύ, λες αντίο στο όνειρο για πάντα......"
Η Κατερίνα Ν. Σωπύλη Μπουγαζιανού γεννήθηκε και κατοικεί στην Αθήνα το 1977, ενώ κατάγεται από το Γύθειο. Σπούδασε σε ιδιωτικό ΙΕΚ Νοσηλευτική και ασκεί το επάγγελμα εδώ και δέκα χρόνια. Είναι παντρεμένη με τρία παιδιά. Η αγάπη της για τα βιβλία και το γράψιμο ξεκινάει από πού νωρίς. Η νουβέλα, όνειρα δίχως ουρανό είναι η πρώτη της συγγραφική δουλειά.
Αφού της ευχηθώ ό, τι καλύτερο για τη συγγραφική δουλειά που ξεκίνησε, θα ήθελα να καταθέσω τον θαυμασμό μου που είναι μητέρα τριών παιδιών, σύζυγος, νοικοκυρά, επαγγελματίας, συγγραφέας. Είναι πολλά.... δύσκολο να πετύχεις σε όλους τους τομείς. Η Κατερίνα όμως τα πετυχαίνει. Έτσι υποκλίνομαι Κατερίνα και σου εύχομαι να έχεις δύναμη και όρεξη για τη συνέχεια της ζωής.
Για να επισκεφτείτε τη συγγραφέα ........facebook.comkaterinasopilmpougazianou
Ένα διαφορετικό έργο. Σκληρό, αληθινό,ρεαλιστικό, με ολοζώντανους διαλόγους και ανά κεφάλαιο μια ανατροπή..
Ένα προσεγμένο εξώφυλλο, ένα κατατοπιστικότατο οπισθόφυλλο είναι τα εισιτήρια για να προκαλέσει ένα άγγιγμα από τον αναγνώστη. Ένα πρώτο ξεφύλλισμα σου δίνει αναγνωριστικά μηνύματα του τι περιμένεις να διαβάσεις. Αν κλείνοντας το βιβλίο αισθανθείς πως χαλάλι τα λεφτά που έδωσες, άξιζε, πέρασες στιγμές καλές μαζί του, έμαθες κιόλας, ε! Τότε έχει πετύχει ο συγγραφέας.
Αυτή η πλούσια γυναίκα του εξώφυλλου δεν είναι ευτυχισμένη.Το αναγνωρίζεις με την πρώτη ματιά. Δεν κάθεται στο ανάκλιντρό της απλά να ξεκουραστεί,αλλά με περισυλλογή γεμάτη μελαγχολία. Σκέφτεται και τι δεν σκέφτεται........η Υπάτη.
Τίτλος ευρηματικός χτυπάει κατευθείαν στη ψυχή.
Και αρχίζει η περιπλάνησή μας. Πρώτα ας μας βάλει στο κλίμα το πολύ ωραίο βίντεο της Χρύσας Βαλαβάνη. Ας σεργιανίσουμε με την πανέμορφη μουσική στη Ελλάδα του πενήντα........
Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει την Υπάτη των άκρων! Η Υπάτη του μονόδρομου και του νέου αυτοκινήτου, του δικού της....η Υπάτη του ψεύδους...ουράνια Υπάτη, η Υπάτη του ευμετάβολου ψυχισμού.
Η Υπάτη είναι η πρωταγωνίστρια......Όμως έχει τόσο δυνατούς χαρακτήρες που σε παρασύρουν και δεν ξέρεις πια ποιόν να υποστηρίξεις. Ο συγγγραφέας υπερασπίζεται τους ήρωές του. Ακόμα κι αν πράττουν μια κατάπτυστη πράξη εκείνος έχει τη δύναμη να τρυπώσει μέσα του και να βρει μια πειστική δικαιολογία. Δεν αφήνει κανένα ακάλυπτο........
Μονοπώλησε τα συναισθήματά μου η πεθερά Παναγούλα.....
Αν δεν αλλάξει ο άνθρωπος μετά από ένα τέτοιο συμβάν, εφόσον δεν τον έχει κάνει καλύτερο ο θάνατος που όχι μόνο του χτύπησε τη πόρτα, αλλά μπήκε και μέσα στο ίδιο του το σπίτι, τότε κανείς δεν μπορεί να τον σταματήσει στον κατήφορο που έχει πάρει.....
Θέλεις να της σπάσεις το κεφάλι μαζί με την Υπάτη την δεύτερη νύφη της. Εξοργίζεσαι και συμπονάς. Είναι όμως έτσι όπως νομίζουμε; Αν περιμένουμε.... στη εξέλιξη του βιβλίου θα φωτίσουμε και μια άλλη πλευρά της σκληροπυρηνικής γυναίκας που δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα, όπως να βάλει φυλακή τη μητέρα του εγγονού της και άλλα πολλά, πάααρα πολλά.
Η παράγραφος που ακολουθεί θα την θυμάμαι γιατί θαύμασα το ταλέντο του συγγραφέα.Με μια πρόταση κλείνει ολόκληρη ζωή.
Έξω έριχνε καρεκλοπόδαρα! Η Παναγούλα απούσα..... ανέβηκε αργά-αργά στον πρώτο όροφο και πήρε ένα πράσινο σάλι της Ευτυχίας.... κατέβηκε από τον δεύτερο φορώντας τις παντόφλες της Ιουλίας.... πήρε τη μασιά της κάθισε στο καρεκλάκι της κι άρχισε να ανακατεύει το παρελθόν.
Εμβαθύνει στους χαρακτήρες. Σημαίνει καλός παρατηρητής και ακροατής.
Δεν θα μπορέσω να κανω παιδί σ' αυτήν την ηλικία....Νίκησες μπαγάσα! Όλοι οι άντρες νικήσατε σ' αυτήν την άνιση μάχη, και μαζί με δαύτους κι εσύ! Εσείς μπορείτε να κάνετε παιδιά και στα προχωρημένα γεράματα... Δεν είναι άδικο αυτό; Το λέω και θα το λέω ξανά και ξανά από τούδε και στο εξής... Θα αισθανθείς τύψεις... Η ηλικία μου δεν μου επιτρέπει να ονειρεύομαι! Τα όνειρα μου περιφράχτηκαν.....
Αλήθειες πάντα επίκαιρες
Το να εθελοτυφλείς συνειδητά διαφέρει κατά πολύ από το να κλείνεις τα μάτια και τα αυτιά λόγω ανασφάλειας! Θα έρθει η ώρα που θα δεχτείς την πραγματικότητα το χτες, διότι η πραγματικότητα του σήμερα θα σε απασχολεί με άλλα προβλήματα που θα τα θεωρείς σημαντικότερα και η επίλυση των οποίων θα σε κάνει ωριμότερο και σοφότερο!
Χάθηκε το αυτονόητο από τις εξαθλιωμένες συνειδήσεις των παραμορφωμένων και ρημαγμένων ψυχών. Χάθηκε η ανθρωπιά από το χαμόγελο κι η αλληλοβοήθεια έπαψε να φαντάζει φυσική!
Και σε άλλο σημείο....
Οι μάρκες των ρούχων λοιπόν έκαναν τις βόλτες τους στην παραλία της πόλης κουβαλώντας πολλές φορές τα σώματα που στερούνταν ευαισθησίας και συναισθημάτων... Τα ρούχα φορούσαν τους ανθρώπους και όχι οι άνθρωποι τα ρούχα!
Τα ψυχολογικά στηρίγματα του μυαλού μου μ' εγκαταλείπουν το ένα μετά το άλλο, χωρίς να μπορώ να αντιδράσω. Τι να πει κανείς για τον θάνατο!Μπορείς να ανοίξεις συζήτηση μαζί του και να επιχειρηματολογήσεις, με σκοπό ν' ακυρώσεις τις επιλογές του;
Το θυμήθηκε αυτό το πιάτο... Πόσα χρόνια είχαν περάσει; Ο χρόνος εξευτελίζει τις ψυχές και τα σώματα των ανθρώπων, αλλά δεν κάνει και κάτι διαφορετικό με τα αντικείμενα... Το πιάτο είχε χάσει τη παλιά του ζωντάνια, τα χρωματιστά σχέδια είχαν ξεβάψει, είχε ραγίσματα και σ' ένα δυο σημεία είχε σπάσει λιγάκι.....
Η Υπάτη μέχρι το τέλος του βιβλίου ψάχνει απεγνωσμένα να μάθει τον πραγματικό της πατέρα. Έχει μπερδευτεί. Ακούει διαφορετικά πράγματα από πολλούς. Τελικά......μας μαρτυράει ο συγγραφέας πως...........
Η λύση των ερωτηματικών δεν οδηγεί απαραίτητα στον δρόμο της ευτυχίας και της ηρεμίας. Πόσοι και πόσοι δεν έμαθαν την ποθητή αλήθεια, για να την κλειδώσουν στη συνέχεια στα βάθη της πληγωμένης τους ψυχής;Συνέχισαν να κινούνται πάνω στους τροχούς της παλιάς τους αλήθειας και να πορεύονται μ' αυτήν χωρίς να παραπονιούνταιπια για τις άνωθεν επιταγές...........
Ως φιλόλογος ο ίδιος ο συγγραφέας μεταχειρίζεται την Ελληνική γλώσσα με δεξιοτεχνία. Άγνωστοι όροι ή λέξεις που αν θες ανοίγεις ένα λεξικό και μαθαίνεις,αν όχι δεν αφαιρεί τίποτα από το νόημα και την πλοκή του αναγνώστη η κάθε επιλογή.
Το βιβλίο δεν ξεπετιέται. Και να θες 580 σελίδες δεν γίνεται να μην κάνεις παρέα μαζί του αρκετές μέρες.
Και εκεί που έχεις βγάλει τα συμπεράσματά σου για τους ήρωες, διαπιστώνεις πως έκανες λάθος. Ο Τάσος Αγγελίδης Γκένζος δεν έχει πει την τελευταία λέξη.Μέχρι και πριν κλείσεις το βιβλίο θα κάνει την ανατροπή.
Από καρδιάς κάθε επιτυχία στη συνέχεια της δημιουργικής σου πορείας.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Ο Τάσος Αγγελίδης Γκένζος γεννήθηκε στην Κολωνία και μεγάλωσε στην Καβάλα, όπου τελείωσε το Δημοτικό, το Γυμνάσιο και το Λύκειο. Αποφοίτησε από το Φιλολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., με μαθήματα ειδίκευσης από τους τομείς της Κλασικής Φιλολογίας και της Μεσαιωνικής και Νεότερης Ελληνικής Φιλολογίας. Δίδαξε για χρόνια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Σήμερα εργάζεται ως φιλόλογος στο Πρώτο Λύκειο του Αμερικανικού Κολεγίου "Ανατόλια".Άλλα του έργα¨Το Κουζλούκι και ο πάππος ο Τζότζος.
Για να επισκεφθείτε το ιστολόγιο του συγγραφέα πατήστε εδώ
Πλοκή χωρίς ανάσα θα το χαρακτήριζα με μια πρόταση το βιβλίο της Ευρυδίκης. Μαθήματα ζωής , τίποτα δεν μένει ατιμώρητο, όλα σε αυτή τη ζωή πληρώνονται. Με δεξιοτεχνία απλώνει το κάθε κεφάλαιο. Ο αναγνώστης αναμένει το επόμενο προσπαθώντας και εκείνος να συμμετάσχει στο μυστήριο με υποθετικές λύσεις. Αλλά όσο προχωρά στην ανάγνωση διαπιστώνει πόσο έξω έχει πέσει στις προβλέψεις του.
Η Eλένα όταν έπαιρνε τον δρόμο για την Ελλάδα νόμιζε πως έχει δυο σκοπούς. Να βρει τον κακότυχο σφραγιδόλιθο και να σκορπίσει την στάχτη της μάνας της στο Ιόνιο.
«Ήταν δώδεκα ακριβώς, το μεσημέρι μιας τέλειας καλοκαιρινής ημέρας, όταν τελικά η Eλένα σκόρπισε τις στάχτες της Σοφίας Στολτς».Γράφει η Ευρυδίκη στο τέλος του κεφαλαίου. Η Ελένα θεώρησε με το να πραγματοποιήσει την τελευταία επιθυμία της μάνας της πως ολοκλήρωσε και τον σκοπό της. Μα η μάνα .... την ακολουθεί.... Το ταξίδι αυτό ήταν απλά η αφορμή για να βρεθεί προ γεγονότων που δεν είχε καν φανταστεί. Η ίδια η ζωή της θα πάρει άλλη διάσταση. Η δυναμική όσο και εγωίστρια Ελένα θα πάρει πρώτη το δικό της μάθημα.
Η συγγραφέας μας παραπλανά μας αφήνει να νομίζουμε πως μαζί με την ηρωίδα ψάχνουμε τον σφραγιδόλιθο όμως παρότι αυτό βρίσκεται σε πρώτο πλάνο η ίδια η ζωή αναμοχλεύει καταστάσεις που για λίγο μαζί με την Ελένα θα ξεχάσουμε γιατί ξεκινήσαμε από την Ελβετία. Περίτεχνα μας μπάζει εκεί που θέλει η συγγραφέας. Δεν εντυπωσιάζει με βαρύγδουπο λόγο. Η Ευρυδίκη κάνει κατάθεση ψυχής. Καθώς προχωρά η πλοκή μας οδηγεί σε μυστήρια που και ο πλέον ευφάνταστος αναγνώστης δεν θα είχε πάει ο νους του.
Ένα δείγμα γραφής θα παραθέσω μοναχά.
Ο φάρος.. ο φάρος του! Δεν υπήρχε άλλη ζωή ούτε γι' αυτόν ούτε για τον φάρο. Δεν υπήρχε ζωή ούτε χωρίς εκείνη. Τον είχαν προδώσει όλοι τους! Έπεσε στα γόνατα κι έσκυψε μέχρι που ακούμπησε το χώμα σαν να ήθελε να κάνει ένα τελευταίο προσκύνημα σε τούτη τη γη. Σφάλισε τα μάτια και μία μόνο εικόνα πέρασε πίσω από τα κλειστά του βλέφαρα. Μια τρυφερή παιδική παλάμη που έψαχνε να χωθεί στη δική του. Του ήρθε λιγοθυμιά. Έγειρε στο πλάι κι άδειασε από μέσα του ξίδι και χολή. Κι ήταν σαν να έβγαινε μαζί και η τελευταία του πνοή.
Αμανατίδου Ευρυδίκη
Γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου και ολοκλήρωσε τις σπουδές της στη Νομική Σχολή. Ασχολήθηκε με μεταφράσεις, την έκδοση ενός εξειδικευμένου νομικού περιοδικού σχετικού με την εγκληματολογία,καθώς και με τη συγγραφή παιδικών θεατρικών έργων.
Έχει βραβευτεί από το Υπουργείο Πολιτισμού για το θεατρικό της έργο" Ένα καπέλο για τον καθηγητή.Έχει τύχει τιμητικής διάκρισης στο Λασκαρίδειο Διαγωνισμό Διηγήματος. Έχουν εκδοθεί τα έργα της "ένα καπέλο για τον καθηγητή. "Στη Μεσόγειο κολυμπούν παράξενοι θεοί". Από τις εκδόσεις Μίνωας κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματα της "Σιωπηλή πέτρα" και "Η ακριβή ανάσα του νερού".
Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο
Αρχές καλοκαιριού, κάποια χιλιόμετρα μακριά από το πολύβουο λιμάνι της Ηγουμενίτσας. Ο φάρος δεσπόζει αδιάφορος, στα ανθρώπινα δράματα, ανεπηρέαστος από ένα τραγικό έγκλημα. Υπομένει απλώς τη φθορά του χρόνου ή περιμένει την επιστροφή του φύλακά του;
Τρεις εβδομάδες γεμάτες πάθη και μυστήριο, καθώς αλλεπάλληλα μυστικά έρχονται στην επιφάνεια και τέσσερις οικογένειες οδηγούνται σε μια θανάσιμη σύγκρουση. Ποιος είναι τελικά ο θύτης και ποιο το θύμα; Τα γεγονότα διαδέχονται καταιγιστικά το ένα μετά το άλλο και η Ελένα αναρωτιέται αν το στοίχημα που έβαλε ήταν τελικά με τον ίδιο το διάβολο.
Για να επισκεφθείτε το ιστολόγιο της συγγραφέως πατήστε εδώ.
Θα ήθελα να ευχηθώ κάθε καλό στη συγγραφέα, να συνεχίσει με τον ίδιο ζήλο το έργο της.Χαίρομαι να διαβάζω. Μα χάρηκα ακόμα πιο πολύ όταν διάβασα αυτό το πόνημα της Ευρυδίκης. Και να τονίσω πως αξιόλογα έργα και πολύτιμα υπάρχουν σε όλους τους εκδοτικούς οίκους.Αρκεί να τα ψάξουμε.
ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΜΑΣ .....ΑΠΟΨΕ ΠΑΣΧΙΖΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΜΑΣ.......ΕΥΧΟΜΑΙ ΜΟΝΑΧΑ ΝΑ ΜΗ ΒΡΕΘΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΘΑΛΑΜΟ ΕΝΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΜΑΣ.....ΠΟΣΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ.... ΤΙΣ ΕΙΠΕ ΚΑΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΩΡΑ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΜΗΠΩΣ ΔΕΝ ΑΝΤΕΞΕ ΚΑΙ ΣΙΧΤΙΡΙΣΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ. ......
ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ Γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε μετάφραση λογοτεχνίας και Ιστορία Ελληνικού Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο.Ασχολείται με τη φωτογραφία και ατομικές της εκθέσεις έχουν φιλοξενηθεί σε πανεπιστήμια της Ιαπωνίας αλλά και στην Αθήνα.Παράλληλα δημοσιεύει δοκίμια σε εφημερίδες και περιοδικά. Το Παραμύθι της βροχής είναι το δεύτερό της μυθιστόρημα.Tο πρώτο είναι "Το Πορτρέτο της Σιωπής".
ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ
"Τα βράδια στον ύπνο της, οι εφιάλτες επέστρεφαν.... Ένα κοριτσάκι παγιδευμένο σε ερείπια.... Έσκαβε με νύχια και με δόντια, για να το βγάλει, μέχρι που τα χέρια της μάτωσαν και ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια..."
Ένα παιδί που γυρεύει ν'απαγκιάσει κάτω απ' τη φτερούγα της αγάπης.... Μια γυναίκα που λαχταρά να γεμίσει τη δική της άδεια αγκαλιά... Πώς θα μπορέσει να βρει την ερμηνεία στους εφιάλτες της;
Πώς θα μπορέσει να νιώσει αυτό που της στέρησε η φύση;
Η Χριστίνα θα αναζητήσει τις απαντήσεις της στο μακρινό μονοπάτι που θα την οδηγήσει μια μεγάλη φιλία, σ'ένα οδοιπορικό ψυχής, στην Ιαπωνία, την εποχή των βροχών, τότε που ανθίζουν οι κερασιές και το παραμύθι της βροχής, ένα παραμύθι, γεμάτο γκέισες, χάρτινα φανάρια, ανθισμένες κερασιές, μυρωδιές και ήχους εξωτικούς, θα αρχίσει......
Μια ιστορία βασισμένη σε αληθινούς χαρακτήρες, ένα ταξίδι στα άδυτα ενός μακρινού πολιτισμού, μια καταβύθιση στα νερά της Ελληνικής και Ασιατικής φιλοσοφίας.
Η ΤΕΣΥ ..........
Μας χάρισε ένα μυθιστόρημα γεμάτο ευαισθησία χρώματα ακούσματα της Ιαπωνίας." Το παραμύθι της βροχής".
Διαπιστώνω άλλη μια φορά πόσο επηρεάζεται ο συγγραφέας από το περιβάλλον του, από ακούσματα, βλέμματα , σιωπές ακόμα και από ανάσες. Πόσο μάλλον αν θαυμάζει ένα πολιτισμό, όπως καθαρά φαίνεται στο δημιούργημα της Tέσυ Μπάιλα. Μεγάλος προβληματισμός διακατέχει τη συγγραφέα κάνοντας συγκρίσεις ανάμεσα στον Ελληνικό και τον Ιαπωνικό πολιτισμό. Πανανθρώπινες ιδέες για τις οποίες μίλησαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, Πυθαγόρας, Πλάτωνας αλλά και ο Βούδας. Σοφία εδώ, σοφία εκεί.
Από το πρώτο κεφάλαιο με γράπωσε η συγγραφέας. Η ηρωίδα της η Χριστίνα αρχαιολόγος ανακαλύπτει ένα πίθο.
Έτρεμαν τα χέρια της καθώς το άγγιξε. Ο χρόνος είχε σπάσει ένα μεγάλο τμήμα το οποίο, αποκολλημένο τώρα πια, άφηνε να φαίνεται το εσωτερικό του. Το μακάβριο περιεχόμενο του άσπριζε μέσα στο σκοτάδι της ώρας. Η Χριστίνα κρατούσε ένα πιθάρι, όπου μέσα του όλα αυτά τα χρόνια βρισκόταν θαμμένος ένας παιδικός σκελετός. Λεπτά και μικρά τα παιδικά κόκαλα και ένα ανθρώπινο κρανίο. Στα πόδι του διάφορα κτερίσματα κι ένας τροχός σαν από κάποιο παιχνίδι συντρόφευαν το άτυχο βρέφος τόσους αιώνες θαμμένο μαζί του.......
Θα της στοιχειώσει τη σκέψη θα χάσει τις ήδη ταραγμένες ισορροπίες της και θα αποφασίσει να φύγει για την Ιαπωνία κοντά στον φίλο της Τοσίο. Μήπως κάτι την έσπρωχνε, μήπως κάτι από το παρελθόν ψιθύριζε στο αυτί της, αλλά η ίδια ήταν ανίκανη να αποκωδικοποιήσει; Άκουσε τη φωνή της καρδιάς χωρίς ίχνος λογικής αφήνοντας απλά ένα γράμμα στον άντρα της.
Η Χριστίνα με πρωινό όχι τον καφέ της αλλά ψάρι με μπαχαρικά και ρύζι φτιαγμένα από τα χέρια του φίλου της άπλωνε ο καθένας τον καμβά της ζωής του.
Έτσι είναι η ζωή! Ένα καράβι που περνά στο βάθος και χάνεται τόσο γρήγορα; ρώτησε. Έτσι, Χριστίνα. Ένα καράβι που περνά, κι ό, τι προλάβει κανείς να δει από τον καπνό που αφήνει πίσω του, καλό είναι. Πάντα μιλούσαν λίγο, αλλά μέσα από τις σιωπές τους εύρισκαν τον τρόπο να επικοινωνούν, νιώθοντας ένα ιδιαίτερο δεσμό μεταξύ τους. Λένε πως στη ζωή, όταν δυο άνθρωποι αφεθούν και ακουμπήσουν την ψυχή τους γλυκά ο ένας επάνω στον άλλον, τίποτα πια δεν καταφέρνει να τους χωρίσει. Σαν μια αόρατη αλυσίδα να τις ενώνει από τότε και για πάντα, κι η Χριστίνα είχε αφήσει τι δική της να αποκοιμηθεί αγκαλιασμένα τρυφερά με τη δική του στο πιο φουσκωτό μαξιλάρι της εμπιστοσύνης. Η γνώση είναι οδύνη! Σκέφτηκε. « και η ζωή είναι εμπειρία και γνώση. Και χρειάζεται αγάπη για να ανθίσει, όχι φυγή! Αγάπη για να ανθίσει η ίδια η ζωή».Και όμως, εκείνη ήταν σίγουρη ότι η ζωή της ήταν γεμάτη αγάπη. Πώς λοιπόν δεν είχε καταφέρει να ισορροπήσει;
Χρειαζόταν να περάσει χρόνος, να ζήσει καταστάσεις για να ισορροπήσει.
Η Χριστίνα αντιμέτωπη με τη μικρή γκέισα Χιρόκο προσπαθούσε να μπει στη νοοτροπία αυτού του κοριτσιού.
Η χιρόκο την αποστόμωσε λέγοντας.......
«Δεν ξέρεις τι θέλω να πω, γι' αυτό και δεν μπορείς να με καταλάβεις. Μην προσπαθείς να ερμηνεύσεις όσα δεν μπορείς να γνωρίζεις.
Θα μπορούσα να σημειώνω ατελείωτα τις σελίδες του βιβλίου. Πέρα από τη πλοκή που σε κρατά δέσμιο να αγωνιάς για το επόμενο κεφάλαιο, με ύφος γλαφυρό δίνει στον αναγνώστη συμπυκνωμένη σοφία.
Ο χρόνος είχε φύγει, κάνοντας καλά τη δουλειά του. Ένας ανελέητος γλύπτης που είχε καταπιαστεί να σκαλίζει τα πρόσωπα των ανθρώπων με μανία. Τσαλακωμένες όλες οι θύμησες, κι η Χιρόκο ένιωσε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να τα βάλει κανείς μαζί του, στο γέρικο πρόσωπο της Κίμι που έβλεπε μπροστά της αναγνώριζε το δικό της μετά από χρόνια.
Κίμι: Εδειχνε φανερά ενοχλημένη απέναντι στη μικρή Χιρόκο. Ποιο μυστικό ζωής έκρυβε αυτή δαιμόνια γυναίκα;
Επειδή οι αλήθειες, όταν αποφασίσουν να βγουν από τη λήθη, σ' αρπάζουν ξαφνικά από τη μέση και σ' ένα ξέφρενο χορό σου ζητούν να πάρεις τις αποφάσεις σου. Μέχρι να τελειώσει αυτός ο χορός. Μετά είναι πολύ αργά για να βρεις τη δύναμη να αντιδράσεις. «Η ζωή είναι ένας δρόμος, ένα μακρινό μονοπάτι. Για να φτάσει κανείς στο τέλος του πρέπει να περπατήσει μόνος του μέσα σ' αυτό. Είναι μοναχικό και συχνά κακοτράχαλο. Το σπουδαιότερο όμως είναι να καταφέρει να το βρει. Να μην περάσει μια ολόκληρη ζωή χωρίς να καταφέρει να βρει αυτόν το δρόμο που αναζητά η ψυχή του. Τίποτα δεν είναι τυχαίο όλα υπάρχουν για κάποιο σκοπό. Σημασία έχει μόνο το τέλος. Ο προορισμός! Ποτέ δεν είναι εύκολο, αλλά η ζωή περνά χωρίς να νοιάζεται για εμάς . Εμείς οφείλουμε να νοιαστούμε για εκείνη, να μην την αφήσουμε να φύγει, αλλά να την αρπάξουμε από τα μαλλιά και να ζήσουμε. Αλλιώς, όταν ο χρόνος φέρει τα γηρατειά, θα μας ζητήσει και το λόγο που την πετάξαμε. Ελευθερία! συλλογίστηκε η Χιρόκο. «Έχεις απόλυτα δίκιο, θείε Τοσίο! Αν δεν ζήσεις τη ζωή σύμφωνα με όσα προστάζει η δική σου ψυχή, τότε η μυλόπετρα της ζωής θα συνθλίψει κι εσένα σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβεις.
«Πάντα μόνοι είμαστε, ας μη γελιόμαστε. Ερχόμαστε και φεύγουμε από τη ζωή πάντα μόνοι, κι ας διαλέγουμε εμείς αυτούς που θα αγγίξουν ή έστω θα δουν τις ρωγμές της ψυχής μας. Στο ταξίδι της ζωής και της αυτογνωσίας, είτε έχουμε συνεπιβάτες είτε όχι στο καράβι μας, τελικά είμαστε μόνοι μας. Εμείς ανοίγουμε τα πανιά του πλεούμενου κατά κει που μας καλεί ο άνεμος».
Για τον έρωτα «Κανείς δεν μπορεί να τα βάλει με τον έρωτα!»σκέφτηκε μια σπίθα του αρκεί για να ανατραπούν όλα, και τότε η ζωή αλλάζει. Η καρδιά μεγεθύνει τα πάντα και η ζωή παίρνει άλλες διαστάσεις. Ακατανίκητες επιθυμίες εισχωρούν στην ψυχή και η μοίρα επαναπροσδιορίζει τα παιχνίδια της.
Κάθε φύλλο βουτούσε στα νερά ανάλογα με τις αντοχές του. «Έτσι και οι άνθρωποι. ανάλογα με τις αντοχές τους δέχονται το νερό της ζωής κι όσα αυτό φέρνει μαζί του, κι είτε βουλιάζουν και χάνονται στην άβαθη λίμνη του πεπρωμένου τους, είτε καταφέρνουν να συνεχίσουν την πορεία τους, στο νερό φορτωμένοι από τις εμπειρίες τους, αλλά ζωντανοί και δυνατοί» σκέφτηκε.
Είναι φορές που ο απολογισμός της ζωής ξυπνά από το κώμα που βρίσκεται και σου ζητά να αναλογιστείς τα λάθη σου. Και τότε η ευθύνη γίνεται σκληρή μαζί σου, ιδιαίτερα αν μαζί της σέρνει και τις επιθυμίες των άλλων. Όταν η λογική παροπλιστεί, τότε λειτουργεί αυτόματα ένας μηχανισμός που επιτρέπει να συνεχίζει κανείς ακούραστα, έστω κι να δεν υπάρχει σημάδι ορατό πως αξίζει πράγματι τον κόπο.
Ένα μυστικό ζωής υπήρχε για την Χιρόκο, άλλο ένα για την Χριστίνα. ΟΜΩΣ.........
«Όλα γίνονται για κάποιο λόγο, όμως αποκαλύπτονται πάντα στην ώρα τους» σκέφτηκε. Πρέπει να μάθουμε στη πορεία της ζωής μας πως η ίδια η ζωή παίζει το τελευταίο χαρτί. Πρέπει για να μάθουμε τους νόμους της ζωής να κονταροχτυπηθούμε μαζί της. Μα ένα είναι ο πρώτος νόμος η αγάπη. Μόνο αυτή μπορεί να ταξιδεύει σε κάθε γωνιά του κόσμου με την ευκολία ενός μαγιάτικου ανέμου και να τον μεταμορφώνει, ενώνοντας ανθρώπους τόσο διαφορετικούς.
Ας ταξιδέψει πνευματικό παιδί σου με αγάπη,σε κάθε γωνιά του κόσμου, να γνωρίσει την επιτυχία που του αξίζει.Να γνωρίσει το αναγνωστικό κοινό πως κρύβονται μικροί πολύτιμοι λίθοι σε κάθε εκδοτικό οίκο.Και ο συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος «ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ» προσέχει το βιβλίο πάρα πολύ. Πανέμορφο εξώφυλλο, με χαρτί και γραμματοσειρά που μου θύμισε πως υπάρχουν ακόμα παλιές προσεγμένες βιβλιοδεσίες. Εύχομαι κάθε επιτυχία, και η ζωή να φέρει στη συγγραφέα ερεθίσματα να μας ταξιδέψει σε άλλα γη και σε άλλα μέρη.
Η Ελένη Κεκροπούλου γεννήθηκε στον Ζυγό της Καβάλας, αλλά μεγάλωσε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας που τα θεωρεί δεύτερη αγαπημένη πατρίδα της. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς και ξένες γλώσσες. Επί δεκαοκτώ χρόνια υπήρξε μεταφράστρια λογοτεχνίας, έχουσα μεταφράσει από Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Ιταλικά, Πορτογαλικά πάνω από διακόσια βιβλία, ενώ έχει μεταφράσει στην νεοελληνική, έργα του Πλουτάρχου, του Παρμενίδη, του Αισώπου και του Πλάτωνα.... Έχει βραβευθεί για την μετάφρασή της στο ποιητικό έπος του νομπελίστα Ντέρεκ Γουόλκοτ Όμηρος. Είναι παντρεμένη με τον Γιάννη Χαραλαμπάκο εδώ και τριάντα χρόνια και είναι μητέρα τριών παιδιών,του Παναγιώτη, της Νεφέλης και της Λήδας. Δηλώνει "μαθήτρια δια βίου" και έχει γράψει επίσης και την μυθιστορηματική βιογραφία, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η Καπετάνισσα, η οποία μεταφράστηκε στα τουρκικά.
Αυτά για την ίδια την συγγραφέα της "Αγγέλικα".
ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ
Το όνομά της Αγγέλικα Νίκλη.Όμορφη σαν την ίδια την αναδυομένη Αφροδίτη....
Ο πατέρας της, ένας κατατρεγμένος Μανιάτης θύμα της φτώχιας και της ανάγκης, την πούλησε στον βαθύπλουτο "Ταμπακιέρη", τον Ζακυνθινό κοντε Σαλαμόν.
Από την ανίερη ένωση του ηλικιωμένου κόντε με την μικρή ερωμένη του, θα γεννηθούν τρεις γυιοί.Ο πρώτος θα γίνει σπουδαίος ποιητής. Ο δεύτερος σημαντική πολιτική προσωπικότητα των Επτανήσων.Και ο τρίτος,γυιός μεταθανάτιος του κόντε, θα χάσει όλα του τα προνόμια.... Μετά από χρόνια, θα αγωνιστεί για να κερδίσει το όνομα και την περιουσία που του στέρησαν τα δυο μεγαλύτερα αδέλφια του. Θα αγωνιστεί και για την χαμένη τιμή της μάνας του, σε μια δίκη που θα αφήσει εποχή στα Επτάνησα. Τη Δίκη των αδελφών Σολωμών.
ΑΓΓΕΛΙΚΑ Η ΜΑΝΤΕΝΟΥΤΑ
"Αγγέλικα η Μαντενούτα" ένα βιβλίο που δημιουργεί τόσα συναισθήματα! Η διαφορά από τα άλλα βιβλία που και εκείνα σου δημιουργούν παρόμοια συναισθήματα είναι πως σε μια άκρη του μυαλού σου, ενώ διαβάζεις έχεις συνέχεια πως τούτο είναι αληθiνή ιστορία και όχι απλά από πένα ενός ταλαντούχου συγγραφέα..Συμπόνοια, θυμός, οργή, αηδία, νροπή είναι μερικά μονάχα από τα κυρίαρχα συναισθήματα.
Ας γίνω πιο ξεκάθαρη. Με το που έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου η αφιέρωση στο πρώτο φύλλο με τράβηξε σαν μαγνήτης. Γράφει................
Στον Γιάννη μου εραστή,πιστό φίλο, στήριγμα, ανεκτίμητο σύντροφο, συνοδοιπόρο και συμπολεμιστή,χαλκέντερο στοις δύσκολες μάχες της ζωής, που μου χάρισε τριάντα γεμάτα χρόνια Έρωτα και Αγάπης, και τρία υπέροχα παιδιά που μας διαμόρφωσαν, μας πλούτισαν και μας ολοκλήρωσαν.....στην τόσο σύντομη διαμονή μας σ'αυτή τη διάσταση....
Πώς πέρασε έτσι ο χρόνος! Μακάρι και στην επόμενη ζωή μας να είμαστε μαζί........
ΛΟΓΙΑ ΚΑΡΔΙΑΣ ΚΑΙ ΜΥΑΛΟΥ
Λόγια καρδιάς και μυαλού που εύκολα δεν καταθέτει κάποιος αν δεν τα πιστεύει έστω και λίγο.Το ψυχογράφημα που κάνεις στο συγγραφέα με τη πρώτη ματιά σε τούτα τα λόγια είναι πως με τόσο ψυχικό πλούτο θα έχει σκύψει με ιδιαίτερη προσοχή και ενδιαφέρον στο δημιούργημά της. Πράγματι δεν έπεσα έξω. Έχει τόσο πολύ υπερπιστεί τους ήρωες έναν- έναν ξεχωριστά που λες και έχει συνομιλήσει μαζί τους. Το στοιχείο της Ζακύνθου διάχυτο, οι ιδιωματισμοί σε κάνουν να αναρωτηθείς «Δεν μπορεί θα έχει ρίζες από εκεί».Απεναντίας. Στο τέλος του βιβλίου, η συγγραφέας αναφέρει τις πηγές που ανέτρεξε προκειμένου να είναι αληθή όλα τα γεγονότα με ημερομηνίες και χρόνο σωστό, τεκμηριώνοντας έτσι τον μόχθο της για να γεννηθεί ένα παρόμοιο βιβλίο. Πρέπει να είναι υπερήφανη για το πνευματικό της παιδί.Σε κρατά από τις πρώτες σελίδες με πλοκή δεμένη χωρίς περιττά γεμίσματα. Προσωπικά, τα νεύρα και η οργή διαδεχόταν συνεχώς το ένα το άλλο, για τον Κόμη καταρχήν, συνειρμικά για την παντοδυναμία του χρήματος όποιος το έχει καλά κρατεί σε όλα τα επίπεδα και συνεχίζοντας στην ανάγνωση μπήκε στο παιχνίδι των νεύρων μου και ο εθνικός μας ποιητής. Εκεί έφτασα στην τσαντίλα γιατί δεν περίμενα από ένα άνθρωπο μορφωμένο με τέτοιο πνευματικό επίπεδο, μα τι λέω, ας το αλλάξω καλύτερα, θα επιθυμούσα λοιπόν αυτός ο μεγάλος ποιητής που γράψανε όλου του κόσμου οι γκαζέτες να πράττει διαφορετικά απ΄ότι έπραξε. Τελικά άλλη μια φορά διαπιστώνω πως άλλο είναι μόρφωση πανεπιστημιακή και άλλο κοινωνική. Έφτασα να τον λυπηθώ, για την μικροψυχία του, γιατί ήταν τόσο μισογύνης, μα και να τον συμπονέσω γιατί τελικά ήταν εύπιστος στα λόγια των επιτρόπων "κηδεμόνων του" και να χάσει ό, τι πιο αγνό συναίσθημα έτρεφε η καρδιά του μέχρι τα είκοσι ένα του για την μητέρα του.
Αγγέλικα !!!
Σύρθηκε η Αγγέλικα εν έτι 1796,γιατί η φύτρα της ήταν φτωχή. Δεν βλέπω καμιά διαφορά για τους ανθρώπους του μόχθου, απλά η περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαφέρει. Τότε, Ενετοί, Άγγλοι, παίζουν μπάλα τις ζωές και τις τύχες των ανθρώπων. Συρόμαστε και εμείς τώρα το 2012 σε επίπεδο προσωπικό αλλά και σαν χώρα. Λες και είναι προδιαγεγραμμένη η τύχη των ποπολάρων.
Ίντριγκες, πλάσματα που δεν θα έπρεπε να ονομάζονται άνθρωποι έτοιμοι να πουλήσουν τη ψυχή τους στον διάβολο, αρκεί να μη μεταβληθεί η μονέδα τους.
Σκληρό το βιβλίο, όπως σκληρή είναι η ίδια η πραγματικότητα της ζωής.
Η γλύκα και η ζεστασιά παραμένουν μονάχα στην Αγγέλικα όταν κοιτούσε τα παιδιά της, ο πόνος πάλι δικός της όταν την ανάγκασαν να τα απαρνηθεί πόσο μάλλον όταν τα ίδια το καθένα χωριστά της γύρισαν το μαχαίρι στη καρδιά ζητώντας της να παραβρεθεί μάρτυρας στο δικαστήριο. Πώς μπορεί να αντέξει μια μάνα να ακούει να υπερασπιστεί το ένα ή τον άλλο όταν η ίδια μονάχα ήξερε την αλήθεια; Της ξεριζωνόταν τη καρδιά και εκείνη να απαντά........
Άκου παιδάκι μου, εγώ η φτωχή σας μάνα, σας αγαπάω όλους σαν παιδιά μου που είστε... Θα πάρω το μέρος του παιδιού που αδικήθηκε αφού έτσι ήρθαν τα πράγματα......
Και όταν το χρήμα και η δολιότητα έκλεισε τα στόματα, ο τελευταίος γιος ο Ιωάννης Λεονταράκης, όχι μόνο δεν καταγράφηκε ποτέ και ως Σαλαμών αλλά καταδικάστηκε να πληρώσει στους αντιδίκους οι οποίοι εκλύθηκαν εις το Ανώτατο Συμβούλιο της Δικαιοσύνης το ποσόν των 72 ενετικών ταλήρων, 60 υπέρ των νομικών υπερασπίσεως και 12 για τα έξοδα του συμβολαιογράφου και ενσήμου χάρτου. Εξευτελισμένος τους σιχάθηκε όλους και θέλησε να ξεχάσει φεύγοντας μακριά τους.
Και εκείνη πάλι κατανοούσε και δεν περίμενε μέχρι τον θάνατο της παρά ένα γράμμα του.
Είπα του Καρβελλά, που ήτανε περαστικός τις προάλλες από ' δώ, άμα του γράψει κανένα γράμμα εκεί στα Πάτρας όπου ευρίσκεται, να του πει ότι η μάνα του ακόμη περιμένει ένα γράμμα του... Ένα μόνο... Ακόμα περιμένω ένα σου γράμμα, Γιάννη μου Πάλι τρέχουνε τα μάτια μου..... Και πώς να μην τρέχουνε με τόσα καρφιά όπου έχω στην ψυχή μου να μου θυμίζουνε τ'απερασμένα;
Και σε άλλο σημείο.....
Ήθελα να πεθάνω, ήθελα να έρθει η μάνα μου.....Κανείς. Αργότερα , μια δυο φορές μοναχά, για λίγο μόνο, κι ύστερα δεν ξανάρθε χάθηκε...της το απαγόρευσε εκείνος.
Τον κόντε ούτε να τον θυμάμαι... Να σβήσω θέλω όσα έζησα μαζί του, μα το' χεις εύκολο; Είναι νύχτες που βλέπω εμένα,κοριτσάκι φοβισμένο, κι εκείνον από πάνω μου παλεύει...
ΘΑ ΚΛΕΙΣΩ ΜΕ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΙΚΑ.......
"Δεν μπορώ να πω ψέματα...όμως φαίνεται πως όσο κανείς θάφτει την αλήθεια, τόσο αυτή τσιτώνει και κάποτες βγαίνει στην επιφάνεια".
Όπως και να' χει η Αγγέλικα δικαιώνεται από τούτο το βιβλίο και όσους έχουν ανοιχτό μυαλό ψάχνοντας περισσότερο στη ψυχή του άλλου πόσο μάλλον στα γεγονότα, πριν βγάλει τα συμπεράσματά του. Μεγάλο το τίμημα να γεννήσει τρεις γιους που έγραψαν ιστορία στη ζωή του τόπου μας.
Ένα βιβλίο για όσους θέλουν να μάθουν αλήθειες.Το συστήνω ανεπιφύλαχτα.
Συγχαρητήρια στη συγγραφέα και της εύχομαι κάθε καλό και δύναμη για συνέχεια στο έργο της.
Επισκεφτείτε τον δικτυακό τόπο των Εκδόσεων ΩΚΕΑΝΟΣ.πατώντας εδώ
Προτιμώ να ακούσω μαζί σας αυτό το τραγούδι που είναι πάντα επίκαιρο. Ποιος μας κυνηγά τη ζωή ρε; Ποιοι είσαστε; Ξεδιάντροποι. Ναι, τους έκανα ΝΤΑ-ΝΤΑ.Μας έχουν κάνει και παραμιλάμε.
Σήμερα διάβασα σε "μπλοκ"αντατριχιαστικά πράγματα. Όπως να βγει επίδομα για σεξουαλικά διεστραμμένους. Σηκώθηκε η τρίχα μου. Τι άλλο θα ακούσω; Και το χειρότερο πως κάποια μυαλά τα έχουν σκεφτεί και το ακόμα χειρότερο θέλουν να τα πραγματοποιήσουν.Πώς άλλαξαν οι δρόμοι!Ο τρόπος σκέψης! Η επιβράβευση; Έχασα τα λόγια μου εύχομαι να μη ξεχάσω και να γράφω. Καλή τύχη στο έθνος μας.
Πώς θα μπορούσε να μετρηθεί η μητρική αγάπη!Με τι να συγκριθεί; Έχει όρια η θυσία στην οποία φτάνει μια μάνα για χάρη των παιδιών της;. Η Ευδοκία έκανε αυτό που την πρόσταξε η καρδιά της, δε σκέφτηκε ούτε στιγμή τον εαυτό της.
Ο Χρήστος ήταν μικρό παιδί ακόμα όταν οδηγήθηκε στο ορφανοτροφείο μαζί με τις τρεις αδελφές του, Αναστασία, Στυλιανή και το μωρό, τη Σοφία. Ήταν αυτός που ανέλαβε να τις φροντίζει στις δύκολές συνθήκες, αδελφός και γονιός μαζί, αποφασισμένος και σκληρός. Όσο σκληρό μπορεί να κάνει η ζωή ένα οκτάχρονο αγόρι. Και όταν τα τρία κορίτσια υιοθετήθηκαν από διαφορετικές οικογένειες και έφυγαν μακριά, ο Χρήστος ήταν και πάλι αυτός που ορκίστηκε ότι κάποτε θα έβρισκε ξανά τις αδελφές του, κι ότι θα αντάμωνε με τη μάνα του, όσα χρόνια κι αν περνούσαν, όσα χρόνια κι αν χρειζόταν να περιμένει.
Μια ιστορία για τέσσερα παιδιά, τέσσερα κομμένα λουλούδια, που αποδεικνύει ότι η ανιδιοτελής αγάπη έχει το πιο μεθυστικό άρωμα.
Μια ιστορία θα έλεγες συνηθισμένη χιλιοακουσμένη από όλα τα μέσα. Όμως η Νικόλ- Άννα Μανιάτη κατόρθωσε να με συγκινήσει με τη γραφή της και να περάσει μέσα μου συναισθήματα που όλοι κρύβουμε. Στοργή και συμπόνοια για τα παδιά, θυμό ακόμα και με τον Θεό γιατί να επιτρέπει να γίνονται παρόμοιες αδικίες.Σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς αλλάζουν οι άνθρωποι κια το κυριότερο τι κρίβουν μέσα τους και φέρνουν τα πάνω κάτω στις ζωές τις δικές τους αλλά και των γύρω τους αν αυτό το κρυφό κουμπάκι πατηθεί έστω και για μια φορά. Από άνθρωπο αξιολήλευτο να μεταλάσεται σε κατάπτυστο και αποκρουστικό. Δεν μπορείς να το πιστέψεις πως είναι το ίδιο άτομο και εξελίχτηκε τόσο διαφορετικά απ' ότι πριν λίγο καιρό βίωνες. Έπειτα οι κακές στιγμές διαδέχονται η μια την άλλη και κινούνται νήματα που καλά θα ήταν ποτέ να μην είχαν ακουμπηθεί.
Διαβάζουμε από το βιβλίο........
Όσα προσπαθούσε να κρύψει τόσο καιρό η Ευδοκία από περηφάνια αποκαλύφθηκαν με ωμότητα στα μάτια της. Όσο θάυμαζε και σεβόταν τον Πέτρο, τόσο τον περιφρονούσε τώρα. Τον λυπόταν, μα δεν τον δικαιολογούσε για την παράλογη συμπεριφορά του απέναντι στα αθώα παιδιά του. Θυμόταν την τρυφερότητα με την οποία τα αντιμετώπιζε άλλοτε, την αγάπη και τη φροντίδα του, και απορούσε πώς μπορούσε ένας άνθρωπος να αλλάξει τόσο πολύ.
Και λίγα λόγια για τη Νικόλ όπως συνηθίζω όταν φιλοξενώ για πρώτη φορά ένα συγγραφέα.
Γεννήθηκε στην Κύπρο, όπου έζησε τα παιδικά της χρόνια. Σε πολύ νεαρή ηλικία μετακόμισε με την οικογένειά της στο Λονδίνο. Σπόυδασε Αγγλική Φιλολογία και είν αι κάτοχος Β. Α., P.G.C.E KAI M.A.
Ολοκλήρωσε επίσης σπουδές νοσηλευτικής τριετούς φοίτησης King Edward Memorial Hospital.
Το 1978 εγκατάθηκε στην Αθήνα, όπου αρχικά εργάστηκε ως καθηγήτρια αγγλικών, ενώ αργότερα άνοιξε δικό της κέντρο ξένων γλωσσών το οποίο διεύθυνε επί δεκαοκτώ χρόνια. Στο διάστημα αυτό εξέδωσε με επιτυχία τέσσερα εκπαιδευτικά βιβλία τρία από τα οποία εγκρίθηκαν από το Υπουργείο Παιδείας. Το τέταρτο κυκλοφόρησε από το εκδοτικό οικό Longman.Υπήρξε επίσης εισηγήτρια εκπαιδευτικών σεμιναρίων καθώς και μέλος εξεταστικών επιτροπών για την ξενόγλωσση παιδεία. Στο ενεργητικό της περιλαμβάνονται και πολλές δημοσιεύσεις εκπαιδευτικών άρθρων. Κυκλοφορούν ακόμη πέντε μυθιστορήματά της.
Έυχομαι λοιπόν στη πολυάσχολη Νικόλ να έχει πάντα χρόνο δημιουργικό και κουράγιο για νέους στόχους και επιτυχίες.